Thursday, April 28, 2011

Η Κομμουνιστική Ουτοπία του Παναγιώτη Λ. Παπαγαρυφάλλου


ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Επιχειρώντας αυτό το πολύ δύσκολο επιστημονικό εγχείρημα, δηλαδή την ανά¬δειξη των τρωτών σημείων της κοσμοθεωρίας του ιστορικού και διαλεκτικού υλι¬σμού, την οποία με τόσο πάθος, αλλά και τόσο λάθος, εγκολπώθηκαν εκατομμύρια ανθρώπινα όντα -κι ανάμεσα σ' αυτά και ο γράφων- δεν αγνοώ ότι επωμίζομαι ένα τεράστιο επιστημονικό και ιστορικό φορτίο. Αυτή η επίγνωση ξεκινά από το γεγονός ότι με τούτο το έργο αποπειρώμαι ν' αμφισβητήσω ένα τεράστιο φιλοσο¬φικό, οικονομικό και κοινωνιολογικό οικοδόμημα, το οποίο πυργώθηκε από γιγάντια πνεύματα η διαδρομή των οποίων σφράγισε -και θα εξακολουθεί να σφραγίζει- τα πεπρωμένα της ανθρωπότητας.
Μιας ανθρωπότητας, της οποίας μεγάλο τμήμα έπλεξε όνειρα και στήριξε ελ¬πίδες για την έλευση του βασιλείου της ελευθερίας και της αφθονίας! Ενός βασιλείου στο οποίο δεν θα υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και μιας κοινωνίας τα μέλη της οποίας θα απολάμβαναν ισοτίμως τους καρπούς του μόχθου τους και θα χαίρονται τ' αγαθά και τη ζωή, η οποία δεν θα αποτελούσε ένα καταναγκαστικό έργο, όπως είναι στον καπιταλισμό και όπως το τόνιζε ο Γερμανός φιλόσοφος της απαισιοδοξίας, ο Α. Σοπενχάουερ (1788-1860), που θα πει ότι: «Αν τα λάθη των βασιλιάδων είναι η καταστροφή των κρατών, τα λάθη των μεγάλων πνευμάτων απλώνουν την ολέθρια επίδραση τους σε γενεές, σε αιώνες ολόκληρους», προσθέτοντας: «Φαίνεται πως (τα λάθη) αυξανόμενα και πολλαπλα¬σιαζόμενα γεννούν πραγματικά διανοητικά τέρατα» (βλ. το έργο του: «Ο κόσμος σαν βούληση και σαν παράσταση», εκδ. «Αναγνωστίδης», Αθήνα, Χ. Χ. σελ. 61).
Από τον κατά βάση σωστό αυτό κανόνα δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν και οι ιδρυ¬τές του επιστημονικού σοσιαλισμού με τη θεωρία τους του ιστορικού και διαλεκτι¬κού υλισμού κάνοντας και μεγάλα λάθη, τα οποία στοίχησαν στην ανθρωπότητα αίμα, οδύνες και επαναστάσεις, αποτυχημένες ή «επιτυχημένες», οι οποίες τελικά στράφηκαν κατά του ανθρώπου και γι' αυτό αυτοκατέρρευσαν.
Όμως, μαζί μ' αυτά τα λάθη, ο μαρξισμός συνετέλεσε αποφασιστικά στο να δώσει στον άνθρωπο μια άλλη δυναμική διάσταση και να ενεργοποιήσει την ιστορία με τη δυναμογόνο αύρα του. Αποτελεί κι αυτό ένα από τα ιστορικά παράδοξα που σημα¬δεύουν το ιστορικό προτσές και αναδεικνύουν την αντιφατικότητα της λειτουργίας της.
Επιδιώκοντας, λοιπόν, να τοποθετήσω το θέμα της κομμουνιστικής ουτοπίας στην έρευνα των πτυχών της μαρξικής θεωρίας και του κριτικού λόγου, σπεύδω να
σημειώσω την ετοιμολογία της ουτοπίας που έχει αρχαιοελληνική προέλευση και σημαίνει: «Ου-τόπος, δεν υπάρχει τόπος να σταθεί», και κατ' επέκταση «σχέδιο που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, να εφαρμοστεί», λέει το λεξικά
Είναι προφανές ότι αυτή η απόπειρα δεν στοχεύει στην κριτική παρουσίαση ολοκλήρου του οικοδομήματος του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού, γιατί κάτι τέτοιο θ' απαιτούσε ένα φάσμα τεραστίων γνώσεων, που δεν διαθέτει ο γράφων, και γιατί αυτό θ' απαιτούσε τη συγγραφή πολλών τόμων, με αποτέλεσμα το ήδη ογκώδες έργο να γίνει δύσχρηστο. Σημειώνεται ότι οι πρώτες απόπειρες -αν εξαι¬ρέσουμε την κοινοκτημοσύνη του Πλάτωνος- στο σύγχρονο κόσμο για τη δημι¬ουργία ουτοπικών κοινωνικών συστημάτων ανάγονται στον Άγγλο Thomas Morus, στα 1516 με το ομότιτλο έργο του, Ουτοπία, με συνεχιστή τον Ιταλό μοναχό Θωμά Καμπανέλλα (1568-1639) με τα έργα του «Η Πολιτεία του Ήλιου» (εκδ. «Αναγνωστίδη», Αθήνα, Χ. Χ.).
Πολύ αργότερα εμφανίστηκαν οι αποκαλούμενοι πρόδρομοι του ουτοπικού σο¬σιαλισμού (Όουεν-Φουριέ-Σεν Σιμόν), και ακολούθησαν οι αυτοκληθέντες ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού Κ. Μαρξ και'Ενγκελς. Τούτοι οι τελευταίοι πήραν τη σκυτάλη από τον ιδρυτή της γερμανικής διαλεκτικής, τον Γ. Χέγκελ (1770-1831), ο οποίος υπήρξε ο φιλόσοφος του αντικειμενικού και ιστορικού ιδεαλισμού, τον οποίο χρησιμοποίησε ο Μαρξ «αναποδογυρίζοντας» τον, κατά την δική του έκφραση. Το έργο του Χέγκελ υπήρξε η βάση του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού, όπως το επισημαίνει και ο ίδιος ο Β. Λένιν, ο εμπνευστής και πρωτουργός της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 στη Ρωσία, γράφοντας: «Αν δεν διαβάσουμε τη «Λογική» του Χέγκελ, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» του Μαρξ. Πενήντα χρόνια οι μαρξιστές δεν κατάλαβαν τον Μαρξ» (βλ. Λένιν: «Κριτική της χεγκελιανής διαλεκτικής» -φιλοσοφικά τετράδια- εκδ.»Αναγνωστίδη», Αθήνα, Χ. Χ. σελ. 103).
Μάλιστα, ο ίδιος εκτιμούσε τόσο πολύ το φιλοσοφικό έργο του Χέγκελ, ώστε, τοποθετώντας τη φιλοσοφία του στις ευρύτερες διαστάσεις της έλεγε στην Εισα¬γωγή του: «Μετά το θάνατο του Χέγκελ (1831) παρουσιάζεται μια παγκόσμια κρίση αξιών, η σκέψη παραδέρνει στην αμφιβολία κι αρνείται την καθολικότητα και την αλήθεια, καταφεύγει στην απομόνωση, στον υποκειμενισμό, στο συναίσθημα και τα σκιάχτρα- εξαφανίζεται η καθολική αντίληψη του ανθρώπου και του κόσμου» (βλ. οπ. π. σελ. Τ). Πρόκειται για μια τιμητική αναγνώριση κι ένα πνευματικό μεγαλείο που δεν συναντάται συχνά στην πορεία του ανθρώπινου πνεύματος.
Όμως, μ' αυτή την ευκαιρία, θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω, πολύ πιο πίσω χρο¬νικά από τον Χέγκελ, για να υπογραμμιστεί το τιμητικό ιστορικό και επιστημονικό γεγονός για την αρχαία ελληνική γραμματεία, αφού ο νεαρός Μαρξ έθεσε τα πρώ¬τα θεμέλια της κοσμοθεωρίας του πατώντας πάνω στον αστραποβόλο φιλοσοφικό στοχασμό δυο Ελλήνων- Τον Επίκουρο και τον Δημόκριτο, γράφοντας τη διδακτορική του διατριβή που είχε ως θέμα «Διαφορά μεταξύ επικούρειας και δημοκρίτειας φυσικής φιλοσοφίας». Πιο πέρα, όπως σημειώνεται και στο κείμενο από ξένους επιφανείς στοχαστές, και ο ίδιος ο Χέγκελ στηρίχθηκε στους Έλληνες φιλοσόφους της ελληνικής αρχαιότητος, οι οποίοι του άνοιξαν τα κακοτράχαλα μονοπάτια της φιλοσοφικής σκέψης, η οποία άρδευσε τον παγκόσμιο φιλοσοφικό στοχασμό.
Το ιστορικό αυτό γεγονός αναγνώριζε και ο Γερμανός φιλόσοφος Φ. Νίτσε (1844-1900) γράφοντας: «Δεν έχω γνωρίσει πρόσωπα που να εμπνέουν τέτοιο δέος όπως οι'Ελληνες φιλόσοφοι (βλ. «Στοχασμοί», εκδ. «Στιγμή», Αθήνα, 1999, σελ. 92).
Ένα στοχασμό, ο οποίος οδήγησε τον διδάκτορα Μαρξ να χρησιμοποιήσει ως μόττο ετούτη τη φιλοσοφική ρήση του Επικούρου, και μάλιστα από το πρωτότυπο, αφού διάβαζε κάθε χρόνο Αισχύλο από το πρωτότυπο: «Ασεβής δε ουχ ο τους των πολλών θεούς αναιρών, αλλ' ο τους των πολλών δόξας θεοίς προσάπτων», δηλαδή -για τους... αντιρατσιστές της Ελλάδος- «Ασεβής δεν είναι όποιος καταργεί τους θεούς του πλήθους, παρά όποιος τις δοξασίες του πλήθους τις αποδίδει στους θεούς» (βλ. Διατριβή, σελ. 61). Από αυτό και μόνο το γεγονός συνάγεται ότι ο νεα¬ρός Μαρξ δεν εκτιμούσε και τόσο πολύ τη γνώμη των πολλών, τη γνώμη της μάζας, και σ' αυτό δεν είχε άδικο, γιατί το να λες έγκυρη και σωστή γνώμη προϋποθέτει γνώση του θέματος,, κι αυτή με τη σειρά της προϋποθέτει καταβολή προσπάθειας και μόχθου αφού: «Η γνώση έχει ιστορικό περιεχόμενο και δεν παράγεται ξαφνικά όπως βγαίνει η σφαίρα από την κάννη του όπλου», όπως διδάσκει η διαλεκτική λογική (βλ. Μ. Μ. Ρόζενταλ: «Αρχές Διαλεκτικής Λογικής», Αθήνα, 1962, σελ. 29 και 62).
Αυτή και μόνο η διαπίστωση οδηγεί στην αυτοαναίρεση της θεωρίας του Μαρξ για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία, την οποία θεωρούσε ήσσονος ση¬μασίας ως προς τον πρωτεύοντα ρόλο του προλεταριάτου και των μαζών, όπως αναπτύσσεται στο σχετικό κεφάλαιο αυτού του έργου.
Προκαταβολικά σημειώνω εδώ εντελώς επιγραμματικά τα συμπεράσματα της έρευνας, την οποία έκαναν πριν από μερικές δεκαετίες δυο εξέχουσες μορφές της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας: του Γερμανού Αντόρνο Τ. (1903-1969) και του ομοεθνούς του Χορκχάϊμερ Μ. (1895-1973), οι οποίοι, αναφερόμενοι στην ποδη¬γέτηση και τον πνευματικό ευνουχισμό των μαζών, από την πολιτιστική βιομηχανία, γράφουν και τα εξής: Μ' αυτή οι μάζες «όχι μόνο οδηγούνται στον κομφορμισμό της σκέψης αλλά και στον πνευματικό ευνουχισμό, που τις μετατρέπει σε αντικεί¬μενο της... με την κατεύθυνση της και την χαλιναγώγηση τους», με αποτέλεσμα «να εξαφανίζεται η κριτική τους σκέψη» (βλ. το έργο τους: «Διαλεκτική του Δια¬φωτισμού», Αθήνα 1996, από την Α' έκδοση του 1947, σελ. 201, 239 και 266).
Αυτές, λοιπόν, οι μάζες δεν μπορούν να είναι πρωταγωνιστές του ιστορικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, στο οποίο πρωταγωνιστούν προσωπικότητες του πνεύμα-
τος, της πολιτικής και της επιστήμης. Αν δεν υπήρχαν οι υλιστές και ιδεαλιστές Έλληνες στοχαστές, δεν θα υπήρχε π. χ. ο Χέγκελ, κι αν δεν υπήρχε αυτός, δεν θα υπήρχαν οι Μαρξ και'Ενγκελς, κι αν δεν υπήρχαν αυτοί, δεν θα υπήρχε ο Λένιν και πάει λέγοντας. Ενδεχομένως δεν θα υπήρχε και η επαναστατική τους θεω¬ρία. Σημειώνεται παρεμβατικά η άποψη των «θεωρητικών της κοινωνιολογίας του πλήθους» για τους οποίους οι μάζες χαρακτηρίζονται «ως αγέλες αγρίων ζώων που ψάχνουν απεγνωσμένα για το θηριοδαμαστή τους» (βλ. Γ. Κόκκινου: «Πρίσματα Ευρωπαϊκής Ιστορίας», εκδ. «Μεταίχμιο» Αθήνα, 2007, σελ. 122 επ.).
Τελειώνοντας αυτόν τον πρόλογο, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω -για τη διευ¬κόλυνση του αμύητου αναγνώστη- το εννοιολογικό περίγραμμα του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, όπως μας το παραδίδουν οι μαρξιστές -συγγραφείς του φιλοσο¬φικού λεξικού Μ. Ρόζενταλ και Γιουντίν.
Γράφουν:
«Ο διαλεκτικός υλισμός είναι η φιλοσοφική επιστήμη για τους πιο γενικούς νόμους εξέλιξης της φύσης της ανθρώπινης κοινωνίας και της νόησης. Είναι η κοσμοθεωρία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος... η ερμηνεία που δίνει στα φαινόμενα της φύσης... η θεωρία του για τα φαινόμενα της φύσης, η θεωρία του είναι υλιστική... Αφού δημιούργησαν το διαλεκτικό υλισμό ο Μαρξ και ο'Ενγκελς, τον επεξέτειναν στη γνώση των κοινωνικών φαινομένων... Ο διαλεκτικός υλισμός είναι η επαναστατική θεωρία για τον μετασχηματισμό του κόσμου» (βλ. «Φιλοσοφικό Λε¬ξικό» των Ρόζενταλ-Γιούντιν, Αθήνα, 1957, σελ. 46-47). Στο ίδιο λεξικό διαβάζουμε και τα εξής για τον ιστορικό υλισμό: «Είναι η διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού για τους νόμους της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας... Στην εξέλιξη των μέ¬σων παραγωγής των υλικών αγαθών, που είναι απαραίτητα για την ύπαρξη του ανθρώπου, ο ιστορικός υλισμός βλέπει την κυριότερη δύναμη που καθορίζει όλη την κοινωνική ζωή των ανθρώπων και δημιουργεί τους όρους για τη μετάβαση από το ένα κοινωνικό καθεστώς στο άλλο... Η αλλαγή των κοινωνικοοικονομικών σχη¬ματισμών στην ιστορία (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, δουλοκτητικό, φεουδαρχικό, κεφαλαιοκρατικό, σοσιαλιστικό) είναι πρώτα απ' όλα η αντικατάσταση ορισμένων παραγωγικών σχέσεων από άλλες πιο προοδευτικές. Η αλλαγή αυτή είναι πάντα η αναγκαία νομοτελειακή συνέπεια της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας... Η ανακάλυψη πως η αληθινή βάση όλης της ζωής και της εξέλιξης της κοινωνίας είναι η υλική παραγωγή, επέτρεψε, για πρώτη φορά, να κατανοηθεί ο μεγάλος δημιουργικός ρόλος των λαϊκών μαζών, των εργαζομένων στην ιστορία... με την ανακάλυψη της θεωρίας του ιστορικού υλισμού η κοινωνική επιστήμη για πρώτη φορά μετατράπηκε σε αληθινή επιστήμη των νόμων της εξέλιξης της αν¬θρώπινης κοινωνίας» (βλ. σελ. 93-95).
Ανεξάρτητα από την οδυνηρή κατάληξη που είχε αυτή η θεωρία στις χώρες του εφηρμοσμένου «σοσιαλισμού», δεν πρέπει να της αρνηθεί κανείς ότι με το μύθο
της έδωσε φτερά και δύναμη στις απελπισμένες μάζες να ονειρευτούν, ν' αγωνι¬στούν, να πονέσουν, να χαρούν και να ελπίζουν ένα άλλο αύριο. Από την άποψη αυτή, ο ιστορικός και διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ και'Ενγκελς επέδρασε θετικά, πάνω στις μάζες και στο ιστορικό γίγνεσθαι, γιατί όπως έλεγε και ο στοχαστής Δ. Γληνός (1882-1943), «Ένας μύθος χρειάζεται πάντα για να ζει ο άνθρωπος τη ζωή», γιατί «αν τα πλήθη στερηθούν από το μύθο γίνονται μάζες ακίνητες και πλαδαρές, μάζες απελπισμένες και δυστυχισμένες» (βλ. τον εκτεταμένο πρόλογο του στον «Σοφιστή» του Πλάτωνος, που εκδόθηκε το 1940 από τις εκδ. «Ζαχαρό¬πουλος», Αθήνα, 1940, σελ. 50).
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο γράφων έζησε μ' αυτό τον μύθο τα πιο αλη¬θινά, τα πια μεστά και τα πιο όμορφα είκοσι πέντε πρώτα χρόνια της ζωής του. Κι όσο κι αν αυτό φαντάζει ανορθόδοξο και αντιφατικό, αυτή η ομορφιά πέρασε μέσα από τις οδυνηρές οικογενειακές περιπέτειες που αρχίζουν από τα γερμα¬νικά κρατητήρια και τα ιταλικά στρατόπεδα, περνούν από τα βασανιστήρια των ελληνικών αστυνομικών τμημάτων, τις φυλακές, τη Μακρόνησο και το εκτελεστικό απόσπασμα και καταλήγουν στην απαγόρευση της εργασίας, με τα διαβόητα πιστο¬ποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, και στην εξορία στο «Παρθένι» της Λέρου.
Όταν ο άνθρωπος πιστεύει ειλικρινά και δυνατά στο μύθο αντέχει πολλά κι όσο αυτός είναι πιο μεγάλος τόσο περισσότερο πιστεύει σ' αυτόν και δίνεται σ' αυτόν.
Τέλος, ως προς τη δομή του έργου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας απέβλεψε περισσότερο στην ουσία του και το περιεχόμενο του, παρά στη μορφο¬λογική του εμφάνιση. Και γι' αυτό το λόγο παρέκαμψε τους ακαδημαϊκούς κανόνες στην αναφορά των συγγραφέων, απλά και μόνο με μια τους φράση και πρόταση και προτίμησε την παράθεση εκτεταμένων παραθεμάτων των έργων τους, ώστε ο αναγνώστης να έχει μπροστά του μια ευρύτερη, κατά το δυνατόν, εικόνα των απόψεων τους.

No comments: