Wednesday, May 25, 2011

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ



Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου του 1944 σε οικογένεια που, από την πλευρά του πατέρα του, για περισσότερο από δέκα γενεές, αρχικώς στη Βενετία και αργότερα στην Ελλάδα, συνδέθηκε με τον κόσμο των γραμμάτων και της πολιτικής. Έχει ανακηρυχθεί διδάκτωρ της Νομικής από τη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και, από τότε, Ph.D. και LL.D. από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και DCL από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έχει, επίσης, ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων των Παρισίων (Paris I, Sorbonne), Γάνδης, Μονάχου και Αθηνών. Έχει αναλάβει καθηγητικά αξιώματα και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια του Κέμπριτζ, του Λονδίνου και της Οξφόρδης, όπου διετέλεσε τακτικός καθηγητής του Αλλοδαπού και του Συγκριτικού Δικαίου. Σήμερα κατέχει την έδρα Jamail Regents στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, στο Όστεν, έχων, ακόμη, διδάξει επί πολλά χρόνια στις Νομικές Σχολές των Πανεπιστημίων Κορνέλ και Μίσιγκαν. Είχε, επίσης, διατελέσει καθηγητής στο University College του Λονδίνου και στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, στην Ολλανδία, όπου επί δεκαπέντε χρόνια κατείχε την έδρα του Αγγλο-Αμερικανικού Δικαίου, καίτοι με μερική απασχόληση. Ακόμη, κατείχε την έδρα Francqui στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης. Έχει διδάξει και οργανώσει σεμινάρια σε είκοσι πέντε πανεπιστήμια σε τρεις ηπείρους.
Επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη δυνατή συνεργασία και κατανόηση μεταξύ των διαφόρων νομικών συστημάτων Δικαίου, ίδρυσε (κατά χρονολογική σειρά): το Ινστιτούτο Αγγλο-Αμερικανικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν (που εγκαινιάστηκε το 1987 επισήμως υπό της Α.Β.Υ. του Πρίγκιπος της Ουαλίας), το Ινστιτούτο Ευρωπαϊκού και Συγκριτικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (που εγκαινιάστηκε επισήμως το 1995 από τον τότε Γερμανό αντικαγκελάριο Δρ. Κλάους Κίνκελ), το Ινστιτούτο Παγκοσμίου Δικαίου στο University College του Λονδίνου (2000) και το Ινστιτούτο Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, στο Όστεν (2000). Στο τελευταίο φιλοξενείται ο ιστότοπός του, περιέχων μεταφρασμένες (και σε πολλές περιπτώσεις σχολιασμένες) πάνω από χίλιες από τις πιο σημαντικές γερμανικές και γαλλικές αποφάσεις. Συνέβαλε, ακόμη, στη δημιουργία του Κέντρου Έρευνας του Αμερικανικού Δικαίου, που εδράζεται στο Ανώτατο Γαλλικό Δικαστήριο (Cour de Cassation), κατά την περίοδο που υπηρετούσε ως Conseiller Scientifique του προέδρου του Δικαστηρίου, κ. Guy Canivet.
Στην καθηγητική του σταδιοδρομία έχει εκδώσει (ή συνεκδώσει) τριάντα επτά βιβλία (αναφερόμενα στο Δίκαιο, στη γεωπολιτική επιστήμη, στη σύγχρονη διπλωματία, στην τέχνη και στην ψυχοβιογραφία), που γράφτηκαν ή μεταφράστηκαν σε έξι γλώσσες –συμπεριλαμβανομένων των κινεζικών–, και περισσότερα από εκατόν σαράντα νομικά άρθρα σε διακεκριμένα νομικά περιοδικά επτά χωρών. Έχει, ακόμη, γράψει πολιτικά άρθρα στις εφημερίδες Financial Times, The Guardian, Austin American Statesman, Το Βήμα της Κυριακής, Έθνος της Κυριακής, Η Καθημερινή, Η Αυγή, Η Nαυτεμπορική, Το Παρόν της Κυριακής και Ελευθεροτυπία.
Από το 1991 είναι μέλος του Διοικητικού Συμβου¬λίου του Αγγλικού Δικηγορικού Συλλόγου Gray’s Inn, δικηγορών στο Δικηγορικό Γραφείο Essex Court Chambers, ενώ, κατόπιν προτάσεως του Βρετανού υπουργού Δικαιο¬σύνης (και προέδρου της Βουλής των Λόρδων) Λόρδου Έρβινγκ, διορίστηκε, το 1997, από τη Βασίλισσα της Αγγλίας Queen’s Counsel (Q.C.). Ειδικεύεται σε διεθνείς υποθέσεις, κυρίως, που σχετίζονται με το Δίκαιο των Αδικοπραξιών.
Το διδακτικό και καθηγητικό του έργο έχει αναγνωρισθεί διεθνώς διά της εκλογής του ως τακτικού μέλους της Βρετανικής Ακαδημίας, ως ξένου εταίρου της Accademia dei Lincei της Ρώμης, της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών του Βελγίου, της Βασιλικής Ολλανδικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών του Άμστερνταμ και ως αντεπιστέλλοντος μέλους του Institute de France (Academie des Sciences Morales et Politiques) και της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι, επίσης, μέλος της Ακαδημίας Αμερικανικού Δικαίου (American Law Institute) και επίτιμος εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών.
Το 2005 του απενεμήθη ο τίτλος του «Sir» από τη Βασίλισσα της Αγγλίας για «εξαίρετες υπηρεσίες στις διεθνείς νομικές σχέσεις», ενώ το έργο του στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και η συμβολή του στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχουν αναγνωρισθεί διά της απονομής σ’ αυτόν από τους προέδρους της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας ανωτάτων διακρίσεων, όπως τα Διάσημα του Ανωτέρου Ταξιάρχη του Τάγματος της Αξίας της Γερμανίας και των Μεγαλοσταύρων του Τάγματος της Αξίας της Γαλλίας και του Τάγματος της Αξίας της Ιταλίας.
Είναι παντρεμένος από το 1970 με την Ευγενία (γένος Γεωργίου Τρυπάνη) και έχει μία κόρη, την Julietta (παντρεμένη με τον Ανδρέα Βασιλικό), και ένα γιο, τον Σπύρο - Γιώργο. Η οικογένεια ζει στην Αγγλία.


Βιβλιογραφία
Σκιές από την Αμερική
Επικοινωνιακή διπλωματία και διπλωματία βάθους
Το καλό και το κακό στην τέχνη και στο δίκαιο
Μια νέα εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα
Επικοινωνιακή διπλωματία και διπλωματία βάθους (ψηφιακό βιβλίο)
Μια νέα εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα (ψηφιακό βιβλίο)
Σκιές από την Αμερική (ψηφιακό βιβλίο)
Το καλό και το κακό στην τέχνη και στο δίκαιο (ψηφιακό βιβλίο)
Η Ελλάδα των κρίσεων

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΤΟY SIR ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ


Ο ακαδημαϊκός Sir Βασίλειος Μαρκεζίνης έρχεται να ταράξει και πάλι, τα νερά της αποχαυνωμένης ελληνικής πολιτικής σκηνής και να σταθεί δίπλα στην απελπισμένη ελληνική κοινωνία. Το βιβλίο με τον τίτλο «Η Ελλάδα των Κρίσεων, ένα προσωπικό δοκίμιο», αποτελεί ένα είδος αυτοβιογραφίας αλλά και στοχασμών-προτάσεων για την Ελλάδα της κρίσης.

Ο Sir Βασίλειος Μαρκεζίνης απενοχοποιεί τον ελληνικό λαό με τα επιχειρήματά του και τον θωρακίζει απέναντι σε εκφράσεις του τύπου «μαζί τα φάγαμε» προσδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στη δυνατότητα της ελληνικής κοινωνίας και των απλών ελλήνων να ξαναβρούν τον προσανατολισμό τους προς την ευημερία, την προκοπή και τη νοικοκυροσύνη. Να αξιοποιήσουν το ταλέντο τους και η χώρα να υψώσει το πραγματικό ανάστημά της απέναντι σε αυτούς που κατά καιρούς εμφανίζονται ως φίλοι αλλά υποσκάπτουν τελικά τη διεθνή εικόνα της χώρας.

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το παρόν έργο από τη μια ως ένα ιστορικό σχεδίασμα της σύγχρονης πραγματικότητας μέσα από τη ματιά, τα βιώματα και τις αναζητήσεις ενός διανοούμενου και από την άλλη ως κατάθεση απόψεων για έναν αναπροσανοτολισμό και μια ανακατεύθυνση της ελληνικής πολιτικής ενός πολιτικού όντος, με την αριστοτελική διάσταση του όρου, που γνωρίζει καλά την εγχώρια και διεθνή πραγματικότητα.

Το βιβλίο ξεκινά με μια εξαιρετική εισαγωγή του συγγραφέα και την αναφορά του σε μια συνομιλία του με τον αείμνηστο μεγάλο έλληνα ηθοποιό Αλέξη Μινωτή ου συμβολισμός μιας φράσης του εξηγεί με το λακωνικότερο και περιεκτικότερο τρόπο τους λόγους που ώθησαν το συγγραφέα να γράψει το βιβλίο. Εξετάζει τις περισσότερες από τις κρίσεις που κοντεύουν να γονατίσουν την πατρίδα μας: την οικονομική, την εξωτερική, την μεταναστευτική, την αναίσχυντη υποβάθμιση της εθνικής μας συνείδησης, τα αυξανόμενα προβλήματα στη Θράκη λόγω του τουρκικού επεκτατισμού και τελειώνει με μια σειρά «νέων» προτάσεων και για τα εξωτερικά μας προβλήματα και για τα οικονομικά. Προπαντός όμως πρεσβεύει ότι σωτηρία δεν θα έλθει μέχρις ότου οι άνθρωποι που μας έφεραν στο χείλος της αβύσσου αποστρατευθούν οριστικά από την πολιτική μας ζωή. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται με «αποχή» ή «λευκό» παρά μόνο με στοχευμένο «μαύρισμα» στις επόμενες κάλπες…

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Στους πρώτους -και καλυτέρους- μήνες της Νέας Δημοκρατίας, η οποία ήλθε στην εξουσία εκμεταλλευόμενη επιτυχώς την κόπωση των πολιτών με την εξουθενωμένη πλέον κυβέρνηση Σημίτη, το Σχέδιο Ανάν κατέρρευσε. Η τεράστια προσπάθεια των Αμερικανών, μέσω των χρηματοδοτούμενων ΜΚΟ τους, απέτυχε παταγωδώς, με τον μακαρίτη πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο να ηγείται του κυπριακού λαού στην άρνηση του να εκτουρκίσει πλήρως το κράτος.

Η δεύτερη πράξη αυτού του δράματος παίζεται καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές. Οι αντιτιθέμενοι στις αμερικανο - αγγλο - τουρκικές σχέσεις κρατούν ακόμη την αναπνοή τους.

Ένα βήμα πριν από την αποθέωση της πολιτικής διαφθοράς
Μέσα σε αυτή την απερίγραπτη σαθρότητα, η πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή εμφανίστηκε ως από μηχανής θεός. Σειρά κινήσεων, ιδίως επί υπουργίας Μολυβιάτη, έδωσαν την εντύπωση ότι η ελληνική κυβέρνηση επέστρεφε στην ιδέα μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, ανάλογης εκείνης της δεκαετίας του '80, αν όχι και περισσότερο συνυφασμένης με το νέο μεταψυχροπολεμικό τοπίο, όπως αυτό διαμορφωνόταν με τη μεθοδική αναγέννηση της Ρωσίας του Πούτιν. Προς στιγμήν, είχε κανείς την εντύπωση ότι ο λαός, ψηφίζοντας ΝΔ, είχε πιστέψει στην ιδέα ότι το κόμμα αυτό ήθελε και μπορούσε να φέρει πραγματική αλλαγή. Η δικαιοσύνη απαιτεί να δεχθούμε το πρώτο, η πραγματικότητα όμως επιβάλλει με την ίδια ειλικρίνεια να τιούμε ότι η συγκεκριμένη κυβέρνηση απέτυχε πλήρως στο δεύτερο.

Πράγματι, οι ελπίδες αυτές σύντομα διαψεύσθηκαν. Οι ΜΚΟ πολλαπλασιάστηκαν, τα χρήματα που λάμβαναν ήταν σχεδόν ανεξέλεγκτα, οι «ημέτεροι» -γνωστοί και ως «golden boys»- κερδοσκοπούσαν σε καλοπληρωμένες θέσεις, αποδεικνύοντας ότι, αν ο Ανδρέας διόρισε περισσότερους «κομματικούς φίλους» στη δημοσιοϋπαλληλία, η ΝΔ διόρισε περισσότερους «καλοπληρωμένους περιττούς».

Αμείφθηκαν, έτσι, «γερά» οι απανταχού διορισθέντες ειδικοί σύμβουλοι, οι οποίοι, αν και καλοπληρωμένοι, είδαν εντούτοις τη σημασία του έργου τους να τίθεται υπό σοβαρότατη αμφισβήτηση. Δημιουργήθηκε, έτσι, ένα άλλο προηγούμενο, το οποίο συμπλήρωσε η σημερινή κυβέρνηση με τα δικά της «silver boys», τα οποία συνέρρευσαν στο πρωθυπουργικό γραφείο.

Την ίδια στιγμή, οι ηγεμονικές τάσεις διαφόρων υπουργών, που μετά βίας συγκαλύπτονταν, αποκορυφώθηκαν κατά τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του κόμματος της ΝΔ στην εξουσία. Παρά τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, ότι η ελληνική οικονομία ήταν «θωρακισμένη», η διεθνής κρίση πλησίαζε όλο και κοντύτερα. Οι εσωτερικές διχόνοιες, βασισμένες στο τι συνέφερε τον κάθε δελφίνο, δεν διευκόλυναν την πραγματοποίηση ορθολογικών αλλαγών. Η νέα ηγεσία στο υπουργείο Εξωτερικών έδινε συνεχώς την εντύπωση ότι ενδιαφερόταν περισσότερο να προωθήσει την προσωπική επικοινωνιακή της πολιτική, παρά να σχεδιάσει μια εθνική και ανεξάρτητη απάντηση στις συνεχώς αυξανόμενες τουρκικές απειλές - συμπέρασμα όχι και τόσο παράλογο, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι, ποιοτικά, αν όχι και ποσοτικά, οι τουρκικές παραβιάσεις του εναέριου και του θαλάσσιου χώρου μας αυξάνονταν συστηματικά.

Έτσι, το μεγαλύτερο διάστημα του 2009 πέρασε με φήμες για «σαρωτικές αλλαγές» στην κυβέρνηση, σχέδια ανασχηματισμών -που άρχισαν από το 2008-, αλλεπάλληλες κατηγορίες και υπόνοιες για σκάνδαλα, παραιτήσεις βουλευτών (που ανακαλούνταν στη θέση τους μερικές ημέρες αργότερα), απειλές διαγραφής από το κόμμα. Κοντολογίς: Το κατά πόσον ο πρωθυπουργός ήλεγχε την κυβέρνηση του ήταν θέμα σψόδρα αμψίσβητούμενο τόσο σε επίσημο, δημόσιο επίπεδο, όσο και σε επίπεδο φθοροποιού κουτσομπολιού.

Η κρίση στην Ελλάδα λάμβανε ταχύτατα απροσδόκητες διαστάσεις στον οικονομικό τομέα, ενώ η συζητούμενη ή φημολογούμενη διαφθορά ανησυχούσε τον πολύ κόσμο διαρκώς περισσότερο. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η κυβέρνηση απέκρυπτε συστηματικά την οικονομική αλήθεια, με εξαίρεση τους τελευταίους μήνες της, και ειδικότερα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, οπότε ο ίδιος ο πρωθυπουργός θεώρησε ότι μια πρόωρη (αλλά μαλακή) πτώση του θα τον ξανάφερνε στην εξουσία πολύ σύντομα.

Την αδυναμία, όμως, φρεναρίσματος της κατάρρευσης επισφράγισε η ιστορικά πιο αποτυχημένη συνέντευξη Τύπου που έγινε ποτέ από πρωθυπουργό κατά τη διάρκεια της Έκθεσης Θεσσαλονίκης το 2008.

Η γνώμη μου είναι -και, βεβαίως, μπορεί να σφάλλω- ότι ούτε ο ίδιος ούτε πολλοί από τους υπουργούς του συνήλθαν έκτοτε από την έντονη αποδοκιμασία που εξέφρασε ο λαός για όλους τους και τις ιδιότυπες ιδέες που διατύπωσαν περί δικαίου και ηθικής!

Η ασυντόνιστη κατάρρευση
Από τις μεγαλΰτερες επιτυχίες της κυβέρνησης Παπανδρέου ήταν η αξιοποίηση της επικοινωνιακής της τέχνης, με τη βοήθεια ενός ταχύτατα πτωχεύοντος Τύπου (αλλά και των τηλεοπτικών καναλιών) και με σκοπό να επιρριφθεί η συνολική ευθύνη για τη σημερινή κρίση στη ΝΔ.

Η πολιτική αυτή πέτυχε πράγματι, παρά τις συνεχείς προσπάθειες του νεοεκλεγέντος τότε αρχηγού της ΝΔ κ. Σαμαρά να υπερασπιστεί την τιμή προηγούμενων κυβερνήσεων (στις αποφάσεις των οποίων δεν συμμετείχε ο ίδιος), αλλά και να τονίσει τη συνυπευθυνότητα της κυβέρνησης Παπανδρέου για την έλλειψη συντονισμού, την αδράνεια και τα λάθη της κατά τους τρεις έως πέντε πρώτους μήνες του βίου της. Αξίζει, ίσως, να θυμηθούμε πώς περιέγραψε ο Αντώνης Σαμαράς τις διαχειριστικές ατέλειες των πρώτων αυτών μηνών:

«Με τα μέτρα που είχε ήδη ανακοινώσει η προηγούμενη κυβέρνηση στα τέλη Ιουνίου του 2009 και με εκείνα που εξήγγειλε πέρσι τέτοιο καιρό ο Κώστας Καραμανλής, το περσινό έλλειμμα θα έκλεινε οτο 9,9% το πολύ. Το ΠΑΣΟΚ ματαίωσε εκείνα τα διορθωτικά μέτρα, μετέθεσε έσοδα του 2009 στο 2010, μετέθεσε δαπάνες του 2010 και τις ενέγραψε στο 2009 και με μεθόδους "δημιουργικής λογιστικής" αύξησε το έλλειμμα του 2009 κατά 3,7 μονάδες. Και το πήγε τελικά από το 9,9% στο 13,6%!

»Παρ' όλα αυτά, ως τον περασμένο Δεκέμβριο, και, παρά τις "λαθροχειρίες" της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, η Ελλάδα είχε πρόβλημα ελλείμματος, όπως οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά δεν είχε ακόμα πρόβλημα δανεισμού... Πώς αποδεικνύεται αυτό; Από τα ίδια τα επιτόκια δανεισμού που αποτελούν τον καθρέφτη αξιοπιστίας μιας κυβέρνησης: Τον Οκτώβριο, όταν παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ τα λεγόμενα spreads ήταν 130 μονάδες βάσης. Το Νοέμβριο, αφού είχε μαθευτεί ότι το έλλειμμα θα ήταν διψήφιο, τα spreads βρίσκονταν ακόμα στις 180 μονάδες. Μέχρι και στα τέλη Ιανουαρίου τα spreads ήταν γύρω στις 200 μονάδες βάσης... Μετά εκτοξεύθηκαν. Και σήμερα βρίσκονται στις τριτοκοσμικές 1.000 μονάδες βάσης!

»Η αλήθεια, λοιπόν, είναι [ότι] το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε πρόβλημα ελλείμματος παρόμοιο με αυτό που υπήρχε σε όλη την Ευρώπη. Και το μετέτρεψε, με ευθύνη του, σε ανεπανάληπτη κρίση δανεισμού, μοναδική στην Ευρώπη!»

Επακολούθησε η προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης. Καθ' όλον το χρόνο που ακολούθησε αυτή την απόφαση, το ερώτημα στο στόμα πολλών ήταν αν αυτή η προσφυγή ήταν «αναπόφευκτη». Αυτό όμως αληθεύει; «Όχι», πιστεύουν όλο και περισσότεροι. Γιατί;

«Διότι [συνεχίζει ο κ. Σαμαράς] μέχρι τις αρχές του χρόνου, τρεις μήνες και πλέον μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, οι διεθνείς αγορές δάνειζαν ακόμα την Ελλάδα όσο ήθελε και με λογικά επιτόκια. Περιμένοντας να κάνει κάτι... Όμως δεν έκανε τίποτε! [Και όμως] μέσα στον Ιανουάριο οι διεθνείς αγορές προσέφεραν άνεση δανεισμού, για να καλύψει το σύνολο των αναγκών της για ολόκληρο το 2010! Και σε επιτόκια λογικά ακόμα. [Έτσι] από τον Ιανουάριο ως τις αρχές Μαρτίου, οι ξένες αγορές μάς πρόσφεραν, για διάρκεια άνω του έτους, πάνω από 43 δισεκατομμύρια. Απ' αυτά αντλήσαμε μόλις 14! Ως τον Ιανουάριο ακόμα, οι αγορές εμπιστεύονταν να δανείσουν την Ελλάδα. Μετά έχασαν πλήρως την εμπιστοσύνη τους στα ελληνικά ομόλογα. [Όλα αυτά συνέβησαν] επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και εξαιτίας της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ».

Μήπως η απειλή χρεοκοπίας κατέστησε εκείνη τη στιγμή απαραίτητη την αποδοχή του Μνημονίου; Κατά τον κύριο Σαμαρά, και αυτή η εκδοχή, όμως, δεν πείθει.

«Γιατί η απειλή της ελληνικής χρεοκοπίας δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα τη στιγμή εκείνη. Αφορούσε ολόκληρη την Ευρώπη. Γιατί οι ευρωπαϊκές τράπεζες ήταν "φορτωμένες" με ελληνικά ομόλογα. Και το τελευταίο που ήθελαν τότε ήταν να χρεοκοπήσει η Ελλάδα, μια και αυτό θα δημιουργούσε σοβαρούς κλυδωνισμούς σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης.

»Αρα μπορούσαμε να διαπραγματευθούμε διαφορετικούς όρους. Που θα ήταν πολύ λιγότερο οδυνηροί και πολύ περισσότερο αποτελεσματικοί. Όμως, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν διαπραγματεύθηκε τίποτε. Και υπέγραψε ένα Μνημόνιο, το οποίο όχι απλώς δεν έλυνε το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, αλλά το έκανε πολύ χειρότερο. Και όπως αποδείχθηκε λίγο αργότερα, δεν είχαν καν συναίσθηση τι υπέγραφαν...

»Διότι το Μνημόνιο δεν αφορά μόνο τα άμεσα σκληρά μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί. Αφορά και τα χειρότερα για το τέλος του χρόνου και για τα επόμενα χρόνια. Περιλαμβάνει πρόσθετα μέτρα και άλλων περικοπών που επίσημα στο Μνημόνιο αναφέρονται ως "αδιευκρίνιστα". 11 δισεκατομμύρια από τα 30 της συνολικής δημοσιονομικής προσαρμογής του Μνημονίου είναι- αν είναι δυνατόν- "αδιευκρίνιστα"! Όμως εμείς δεσμευτήκαμε να τα αποδεχθούμε από τώρα».

Αυτές οι σκέψεις είναι σημαντικές γιατί, με λίγα λόγια, εξηγούν πας η πολιτική Παπανδρέου έπαιξε και αυτή σημαντικό ρόλο στη μιζέρια που μαστίζει τη χώρα σήμερα. Διότι επίκεντρώθηκε στον περιορισμό εξόδων που, με τη σειρά τους, προκάλεσαν μείωση εσόδων. Και δεν προέβλεψαν τίποτε οι κυβερνώντες αναφορικά με την ανάπτυξη, η οποία, κατ' ουσίαν, μπήκε στο κυβερνητικό ραντάρ μόλις το φθινόπωρο του 2010.

Από την άλλη πλευρά, τα λάθη Παπανδρέου δεν σβήνουν τα λάθη Καραμανλή. Δεν σβήνουν τη συνέχιση των προσλήψεων, δεν σβήνουν τις σπατάλες για τα άχρηστα -θα έλεγαν πολλοί- ή πάντως δυσαναλόγως ακριβά «golden boys», δεν εξηγούν γιατί οι αγρότες έλαβαν 500 εκατομμύρια τη στιγμή ακριβώς που οι Ευρωπαίοι προειδοποιούσαν την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση ότι επέρχεται κατάρρευση - δεν εξηγούν, με άλλα λόγια, τις διαβεβαιώσεις που μας έδινε η τότε κυβέρνηση (και μάλιστα διά στόματος πρωθυπουργού) ότι η οικονομία μας ήταν «θωρακισμένη» έναντι της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ερχόταν από το εξωτερικό.

Η αλήθεια είναι, λοιπόν, μία και απλή, τουλάχιστον για όσους πιστεύουν στην αξία της ανεξάρτητης σκέψης. «Όλες οι κυβερνήσεις έφταιξαν», επειδή έφεραν την Ελλάδα σε θέση πιο δεινή από άλλες χώρες τη στιγμή που η εξ Αμερικής θύελλα πλησίαζε την Ευρώπη. Και αν φταίνε όλες συλλογικά και σοβαρά, είναι γιατί όλες άφησαν τον κομματισμό να κυριεύσει τον κρατικό μηχανισμό, να τον γεράσει με «ημέτερους», να διευρύνει φορείς κοινωνικής προνοίας τους οποίους ακόμη και πλούσια κράτη δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν, και όλες ανέχθηκαν όλους αυτούς τους διοριζόμενους, ακόμη και όταν αυτοί δεν δούλευαν ή δούλευαν κατά τρόπο πανάκριβο (βλ., π.χ., όσους δούλευαν στη Βουλή) ή επιλήψιμο (βλ., π.χ., μερικούς από αυτούς που δούλευαν στις εφορίες ή στη Στατιστική Υπηρεσία).

Τα λάθη αυτά τα πληρώνουμε σήμερα όλοι, ιδίως -δυστυχώς-οι πιο ασθενείς και συνήθως πιο αθώοι! Το λαϊκό αίτημα να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι, και ειδικά όσοι πλούτισαν από τις παρανομίες τους, δεν είναι μόνο δίκαιο, αλλά χρήζει και άμεσης ικανοποίησης.

Το θέμα όμως είναι ότι η «διαρθρωτική» -και όχι... διακοσμητική- αλλαγή της ελληνικής οικονομίας και του ελληνικού κρατικού μηχανισμού εξακολουθεί να αποτελεί επιτακτική ανάγκη, και, ίσως, ως προς αυτό το σημείο, το περίφημο «Μνημόνιο» έπαιξε χρήσιμο ρόλο. Τολμώ δε να προβλέψω ότι κάτι παρόμοιο -όχι ίδιο— ίσως χρειαστεί και στο μέλλον, προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις για ευαίσθητα θέματα όπως τα ασφαλιστικά, τα εργασιακά, τα οικονομικά των ΔΕΚΟ, καθώς και τα λεγόμενα «κλειστά επαγγέλματα».

Πράγματι, μέτρα αυτού του είδους δεν λαμβάνονται χωρίς «εξωτερικό καταναγκασμό» ή, καλύτερα, κάποιας μορφής κοινοβουλευτική δικτατορία.29 Η αλήθεια για το περιβόητο Μνημόνιο πρέπει να βρίσκεται κάπου στο μέσο: Οι όροι του θα μπορούσαν να είναι καλύτεροι, και ίσως ακόμη θα μπορούσαν να καλυτερεύσουν (αν και πιστεύω ότι μας περιμένει μεγαλύτερη λιτότητα)' ταυτόχρονα όμως το Μνημόνιο κατέστησε δυνατή τη λήψη μέτρων που ήταν απολύτως αναγκαία, στο πλαίσιο πάντα των «διαθρωτικών αλλαγών» που χρειάζεται η χώρα μας.

Τι από όλα αυτά διαφαίνεται; Σχεδόν τίποτε με βεβαιότητα, και η αβεβαιότητα ενίοτε είναι χειρότερη από τα κακά μαντάτα. Κάτι, όμως, που όντως διαφαίνεται είναι μια πηγαία τάση ανυπακοής προς τους νόμους, ένας εντεινόμενος κυνισμός προς τις ικανότητες της κυβέρνησης να ελέγξει την κατάρρευση, μια γενικότερη κόπωση από τον μεροληπτικό τρόπο με τον οποίο δουλεύουν τα ΜΜΕ, μια διαδεδομένη αμφιβολία για το κατά πόσον ο υπάρχων πολιτικός κόσμος μπορεί να δώσει βιώσιμη λύση στα προβλήματα.

Πριν από έναν χρόνο, όσοι από εμάς προειδοποιούσαμε για αυτές τις εξελίξεις είτε αντιμετωπιζόμαστε τελείως αδιάφορα είτε κατηγορούμαστε ως κινδυνολόγοι. Τώρα, καθώς ο χειμώνας πλησιάζει στο τέλος του, οι ενδείξεις ανοιξιάτικης αισιοδοξίας σπανίζουν. Οι φόβοι κοινωνικών αναταραχών που εξέφραζα πριν από αρκετό καιρό αρχίζουν να μισοεμφανίζονται στα γραφόμενα στον Τύπο. Αλίμονο, όμως, εάν επαληθευτούν αυτοί οι φόβοι, αν και, τότε, όλοι θα ξέρουμε ποιοι θα φέρουν την ευθύνη. Εκείνο που δεν ξέρουμε είναι ποιοι θα βγουν κερδισμένοι από τη μέλλουσα αναταραχή.



«Η Ελλάδα των κρίσεων» του Β. Μαρκεζίνη, που θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Λιβάνη..


Πηγη: Επικαιρα