Saturday, December 18, 2010


Η Φλώρα Ορφανουδάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε
Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα.
Σπούδασε επίσης Φιλολογία στον τομέα Βυζαντινών και Νεοελληνικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Επί πολλά χρόνια ήταν μέλος στο διοικητικό συμβούλιο ενός συλλόγου συγγραφέων, που ονομάζεται Ενωτική Πορεία Συγγραφέων (ΕΠΟΣ).
Είναι ένας από τους 5 επίσημα αναγνωρισμένους από το υπουργείο Πολιτισμού συλλόγους συγγραφέων.
Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές:
Το χαμένο Ίλιον (1985),
Η αντιλόπη της αίσθησης (1997)
και Δάνειος Έρως (2007).

Το Χαμένο Ίλιο - ποιήματα της Φλώρας Ορφανουδάκη


«Το χαμένον Ίλιο»
Η ποιητική αυτή συλλογή κυκλοφόρησε το 1985. Η διαπίστωσή μας είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ποιητική διεργασία που εκπορεύεται εκ βαθέων κι αγγίζει ευρηματικά την τραγική συνέπεια της ύπαρξης.
Μανόλης Πράτσικας, κριτικός

«Η αντιλόπη της αίσθησης»
Η Φλώρα Ορφανουδάκη ήδη με το «Χαμένον Ίλιο» είχε δείξει τις ικανότητές της. Πειθαρχημένη ελλειπτικότητα, ποιητική αίσθηση του αιτιοκρατικού, σαφήνεια, που τροφοδοτείται και από τη λογική και από το συναίσθημα και την αισθαντικότητα.
Τώρα με την «Αντιλόπη της αίσθησης» δείχνει ότι έχει προωθήσει πολύ και τη μορφή και το περιεχόμενο. Ο στίχος είναι πιο σφικτός, πιο αποτελεσματικός, τα ποιήματα έχουν οργανικότερη εξέλιξη. Η κάπως αβέβαιη εξομολογητικότητα της πρώτης ποιητικής της συλλογής μετασχηματίζεται και παίρνει πραγματικότερες κατευθύνσεις. Το σάστισμα και η μελαγχολία γίνονται τώρα φιλοσοφία του υποκειμένου. Ο αβρός πεισιθανατισμός (ο δικός της και της εποχής) παίρνει τώρα τη μορφή ηθικοαισθητικών συνειδητοποιήσεων. Τα οδυνηρά και αναίτια σταματήματα που επιβάλλει ο χρόνος αντικαθίστανται με τη ρυθμοκινητική γοητεία που επιβάλλει στο στίχο η γνήσια ποίηση.
Έχει προχωρήσει πολύ στη δυνατότητα μετουσίωσης. Πώς όμως το κατάφερε; Όχι βέβαια τυχαία, με επιπολαιόριζες προσπάθειες, εικοτολογώντας ή προφητολογώντας. Υπάρχει ένα ουσιαστικό προχώρεμα στην κατανόηση του αυθεντικού, του λυρικού, του αισθητικού, του πνευματικού. Έτσι ο λόγος της αποχαρακτηρίζει και αποκαλύπτει την ψευτοενότητα του παρόντος. Πολύ ευχαρίστως θα υπέγραφε τους στίχους του Νίκου Καρούζου: δική σας η λογική/ δεν την διεκδίκησα. Η γενική πιο εδραία βάση κατανόησης της δίνει την δυνατότητα να προχωρήσει σε ουσιαστικότερη γλωσσική τελείωση, να διασαφηνίσει τις εικονοπλασίες της, να κάνει πλαστικότερη την εκφραστική δομή, να επιγραμματοποιήσει τον στίχο.
Η ποιήτρια ξέρει να χρησιμοποιεί και να μεταστοιχειώνει την πονεμένη απαλότητα που φέρνει στον ποιητικό λόγο η γενιά της, να ανθίσταται πνευματικά στη φθορά (με τον στίχο, την αισιοδοξία, την χαρά, την πίστη), να μην μένει άπραγη, να αποφορτίζει από την σκοτεινιά και την μουγκαμάρα τους τις ανήλιαγες εμφανίσεις. Όπως όλοι οι εκπρόσωποι της ποιητικής γενιάς του ’80 που ψάχνουν συνδημιουργώντας η Φλώρα Ορφανουδάκη βιώνει το αγεφύρωτο χάσμα της οντολογικής της ποιότητας με τον περιβάλλοντα χώρο-χρόνο. Γι’ αυτό και (προσπαθεί να) τραγουδά.
Γιατί ο ποιητής αυτό οφείλει να κάνει. Ζώντας στο αέναο χωροχρόνο των δολοφόνων οφείλει να μένει έκκεντρος και να τραγουδά…
Παντελής Απέργης, κριτικός


«Δάνειος Έρως»
Μια διαπίστωση που αποβαίνει προς όφελος της ποιήτριας είναι το ότι βρήκε ένα νέο τρόπο έκφρασης της ελεγείας. Απέχει από τη μορφή έκφρασης του χορικού άσματος της τραγωδίας –ως στάσιμο– μη διακοπτόμενο από διάλογο ή αναπαιστικό μέτρο, αλλά διατηρεί κάποια στοιχεία μελαγχολικά, στα οποία δίνει προεκτάσεις ψυχικές, από τις οποίες άλλες είναι συναφείς προς μία γενίκευση πνευματικής ανόδου και άλλες τόσο αναλυτικές, που άμεσα καταλήγουν σε συμπερασματολογία.
Όμως εξακολουθώ να επισημαίνω το διαπιστωτικό της ύφος, το «όπερ έδει δείξε», που σημαίνει ειδικότερα ότι η αληθινή ποίηση απαιτεί και επιβιώνει μόνο με την αληθινή σκέψη. Κι εδώ τη βρίσκω εφοδιασμένη αφ’ ενός με μια λογική αφ’ ετέρου με μία αγνότητα. Ο δε στοχασμός της σ’ όλες τις ενότητες, διατηρεί το βάθος της ψυχικής της κατάστασης που διατηρεί στα κατάβαθά της. Όμως – κι εδώ είναι η τέχνη της αφαίρεσης– δεν στεγνώνει από πίκρα την ψυχή, ούτε τη δική της ούτε του αναγνώστη.
Σωτήριο φίλτρο η «αφαιρετική» στην ποίηση και ιδιαίτερα σ’ αυτό το μείγμα ελεγείας-στασίμου. Γιατί διαπνέει κάθε αρμό με μία ηρεμία αλλά και αισθητική φρονιμάδα, επειδή η διανοητική τάξη των νοημάτων κινείται στην αλληλοδιαδοχή, έτσι ώστε ο λόγος να μεστώνεται συνεχώς.
Εδώ θα αναφερθώ στο ανακυκλικό ποίημα, που συγχρόνως είναι και κυκλωτικό, που σημαίνει ότι όποιος αποδέχεται και τη μυστηριακή μοίρα των «δύστηνων θνητών» εσωτερικά τον αγγίζουν, εσωτερικά δακρύζει.
Δεν θ’ αναφερθώ σε παραδείγματα, γιατί έδωσα γραμμή πλεύσης. Θα προσθέσω ότι διαβλέπω ικανότητα θεατρικής γραφής.
Ευαγγελία Μισραχή, κριτικός

Wednesday, October 27, 2010

Πληθυντικός της Ευγενείας


«Πληθυντικός της ευγενείας»

Πώς η αρχαιοελληνική δημοκρατικότητα απωθήθηκε από την ξενική δουλοπρέπεια

Του Γιαννη Καρβελα
Φιλολογου

Ένα θέμα, που είτε αγνοείται είτε αποσιωπάται, είναι ο λεγόμενος «πληθυντικός της ευγενείας». Λίγοι γνωρίζουν ότι το γλωσσικό τούτο φαινόμενο είναι ξενικής προέλευσης. Ακόμη λιγότεροι υποψιάζονται, πως η χρήση του τα τελευταία 180 περίπου χρόνια έχει προκαλέσει σύγχυση στη γλώσσα μας κι αφαιρέσει ένα σημαντικό ποσοστό από τη δημοκρατικότητά της.

Μπορούμε ν’ αρχίσουμε με μερικές παρατηρήσεις πάνω στη χρήση του πληθυντικού στην αρχαία Ελλάδα. Η αρχαία γλώσσα χρησιμοποιεί τον πληθυντικό μόνο με την αριθμητική του έννοια. Βλέπουμε ότι ο ενικός δηλώνει ένα πρόσωπο ή πράγμα, ο δυικός δηλώνει δύο και ο πληθυντικός περισσότερα από δύο πράγματα ή πρόσωπα. Δεν υπάρχει εδώ πληθυντικός ευγενείας, σεβασμού, μη οικειότητας ή ακόμη και ειρωνείας. Υπάρχει ένας πληθυντικός, που, όπως λέει και το όνομά του, αποτείνεται στο πλήθος. Μια ματιά στα αρχαία κείμενα είναι αρκετή για να επαληθεύσει αυτόν τον ισχυρισμό μου.
Τα δύο επικά ποιήματα, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, αρχίζουν με την επίκληση του Ομήρου στη Μούσα. Αυτό γίνεται όχι σε πληθυντικό ευγενείας αλλά σε ενικό αριθμό: Ιλιάδα: «Μήνιν άειδε, θεά, Πηληιάδεω Αχιλλήος…». Οδύσσεια: «Άνδρα μοι έννεπε, μούσα, πολύτροπον ος μάλα πολλά…». Τα ρήματα άειδε και έννεπε είναι στον ενικό αριθμό, αφού αναφέρονται σ’ ένα πρόσωπο. Ταυτόχρονα εκφράζουν τον απεριόριστο σεβασμό του ποιητή για την προστάτισσά του, τη μούσα της επικής ποίησης.
Από την αρχή μέχρι το τέλος των ομηρικών ποιημάτων όλοι οι χαρακτήρες, οι αρχηγοί, οι στρατιώτες, οι θεοί, οι κήρυκες, οι θεράποντες, οι θήτες, οι γονείς, τα παιδιά, οι αοιδοί, οι οικοδέσποινες και οι ξένοι επικοινωνούν μεταξύ τους φυσιολογικά κι αποτελεσματικά στον ενικό αριθμό. Μπορεί η δουλοπρέπεια ή η εξάρτηση να εκφράζεται μ’ άλλους τρόπους, ποτέ όμως με λέξεις και προσφωνήσεις σε πληθυντικό.
Στη λυρική ποίηση μπορούμε επίσης να επισημάνουμε την ίδια αμφίδρομη χρήση του ενικού, είτε πρόκειται για ένδειξη σεβασμού κι εκτίμησης είτε όχι. Όταν η Σαπφώ ζητεί τη βοήθεια της Αφροδίτης, δεν καταφεύγει σε πληθυντικό ευγενείας αλλά σ’ ένα απέριττο κι ειλικρινή ενικό: «Χρυσόθρονη αθάνατη Αφροδίτη, κόρη του Δία, δολοπλέχτρα, σε ικετεύω, μη βαραίνεις την ψυχή μου με λύπες και με βάσανα».
Εξ ίσου ευθύβολη κι απροσποίητη είναι κι η ερώτηση της θεάς:

«… ποιον θες
να πείσω, για να ’ρθεί ξανά
στην αγκαλιά σου; Πες μου, Σαπφώ,
ποιος σε αδικεί;»

Κι ένα άλλο σαπφικό απόσπασμα φανερώνει καθαρά τη λεκτική συγγένεια ανάμεσα στη δασκάλα και τη μαθήτριά της:

Η μαθήτρια: «Σαπφώ, τί κακό είναι αυτό
που μας βρήκε, σ’ αφήνω
άθελά μου.»
Η δασκάλα: «Πήγαινε στο καλό,
και να με θυμάσαι.»

Επιπρόσθετα ο πληθυντικός ευγενείας είναι ο μέγας απών απ’ όλη την ελληνική τραγωδία και κωμωδία, από τις αφηγήσεις του Ηρόδοτου και τις δημηγορίες του Θουκυδίδη, από τα ειδύλλια του Θεόκριτου και τα επιγράμματα του Καλλίμαχου. Ο κατάλογός μας μπορεί να επεκταθεί και να συμπεριλάβει όλα τα κείμενα της ελληνορωμαϊκής εποχής, της βυζαντινής περιόδου και της Τουρκοκρατίας.
Στον υπ’ αριθμόν 22 νεκρικό διάλογο του Λουκιανού συναντούμε την περίφημη απάντηση του κυνικού φιλόσοφου Μένιππου προς τον πορθμέα Χάροντα: «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Ο Μένιππος δεν διανοείται να χρησιμοποιήσει κάποιον πληθυντικό ευγενείας («λάβοιτε»), για να μη θίξει τον εγωισμό του Χάροντα. Η απόκρισή του αυτή δείχνει ότι οι αρχαίοι μιλούσαν στον ενικό, ακόμα κι όταν βρίσκονται στα πρόθυρα του Άδη. Μ’ ένα λόγο οι αρχαίοι ήταν «αφοσιωμένοι» στον ενικό μέχρι θανάτου».

Ο πληθυντικός ευγενείας είναι, λοιπόν, γλωσσικό φαινόμενο της νεότερης Ελλάδας. Είναι ένα ξενόφερτο προϊόν, που μπήκε στο θησαυροφυλάκιο της γλώσσας μας ίσως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Είναι ένας μετανάστης, που πολιτογραφήθηκε για καλά στην επικοινωνιακή μας συμπεριφορά. Χώρα καταγωγής του είναι αναμφισβήτητα η Γαλλία. Οι Γάλλοι ευγενείς κι αριστοκάτες ήθελαν πάντα ένα ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα, που θα τους ξεχώριζε από τον «απλοϊκό» λαό. Έτσι έπλασαν τον πληθυντικό ευγενείας (pluriel de politesse) και τον επέβαλαν στις άλλες κοινωνικές τάξεις.
Ο πληθυντικός ευγενείας πέρασε στη γλώσσα μας από μερικές εξέχουσες οικογένειες της Αθήνας το δέκατο ένατο αιώνα και στις αρχές του εικοστού. Οι οικογένειες αυτές «το έπαιζαν», όπως λέει ο λαός, αριστοκράτες. Μιλούσαν μισά ελληνικά και μισά γαλλικά και γενικά πιθήκιζαν τους γαλλικούς τρόπους καλής συμπεριφοράς. Ωστόσο πρέπει να υπενθυμίσουμε και να τονίσουμε, ότι στη νεότερη Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ ούτε ευγενείς ούτε αριστοκράτες ευρωπαϊκού τύπου, υπήρξαν μόνον αριστοκρατικές νοσταλγίες και αριστοκρατικά καμώματα.
Μια απ’ αυτές τις αποκαλούμενες αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας είχε την τύχη να γνωρίσει ο λόρδος Βύρων. Μάλιστα ο ρομαντικός Άγγλος ποιητής ερωτεύθηκε τη μικρή κόρη της οικογένειας αυτής, την Τερέζα Μακρή. Στο ποίημα, που της αφιέρωσε το 1810, ο Βύρων εκφράζει την αγάπη του για την Τερέζα σε τέσσερα εξάστιχα. Οι πέντε στίχοι κάθε εξάστιχου είναι στα αγγλικά κι ο έκτος στα ελληνικά:
Παραθέτω την πρώτη εξάστιχη στροφή του ποιήματος:

“Maid of Athens, ere we part,
Give, oh give me back my heart!
Or, since that has left my breast,
Keep it now, and take the rest!
Hear my vow before I go,
Ζωή μου, σας αγαπώ.”

Χαρακτηριστικά ο Βύρων προσφωνεί τη Ζωή (Τερέζα) σε πληθυντικό ευγενείας («σας αγαπώ»). Φαίνεται, ότι ακόμη και οι ερωτικές εξομολογήσεις γίνονταν στον πληθυντικό εκείνη την εποχή. Αλλά και τα παιδιά μιλούσαν συχνά στους γονείς τους στον πληθυντικό – κάτι που επεκράτησε μέχρι τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα και τα άλλα αστικά κέντρα. Όσο για το σεις και το σας των ερωτευμένων, αυτό δεν άντεξε στη φθορά του χρόνου.

Σήμερα ο πληθυντικός ευγενείας δεσπόζει σ’ όλο τον ελληνόφωνο κόσμο. Το απαιτούν οι κανόνες καλής και πολιτισμένης συμπεριφοράς. Ανήκει στους δημόσιους υπαλλήλους, τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους ιερείς και τους ιεράρχες, τους πολιτικούς, τους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων και τ’ άλλα επίσημα και σοβαροφανή πρόσωπα, όπως θα έλεγε ο μακαρίτης Καβάφης. Κι εδώ δεν πρέπει να παραλείψουμε ν’ αναφέρουμε τις νύφες και τους γαμπρούς, που επιμένουν να συνομιλούν με τα πεθερικά τους στον πληθυντικό. Ίσως το γεγονός αυτό να εξηγείται από τη φοβία που προξενεί σε μερικούς η στερεότυπη ιδέα της «κακιάς πεθεράς».
Στα δημοτικά σχολεία, τα γυμνάσια, τα λύκεια και τα πανεπιστήμια οι δάσκαλοι μιλούν στους μαθητές στον ενικό. Αντίθετα οι μαθητές ανάμένεται να προσφωνούν και να χαιρετούν τους δασκάλους τους στον πληθυντικό. Υποτίθεται, ότι οι μαθητές εκδηλώνουν το σεβασμό τους κατά αυτόν το γλωσσικό τρόπο. Δεδομένου ότι ο σεβασμός κερδίζεται, δεν επιβάλλεται, η γλώσσα δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται τόσο αυταρχικά. Μονόδρομος λοιπόν είναι ο σεβασμός κι όχι αμοιβαίος μέσα στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα.
Το ίδιο συμβαίνει και στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Εμείς, ο λαός, διαθέτουμε πληθυντικό για τους ιερωμένους, ενώ αυτοί επιφυλάσσουν συνήθως τον ενικό για μας. Το περίεργο εδώ είναι, ότι στο Χριστό λέμε «σοι, Κύριε», ενώ στον παπά και το δεσπότη λέμε «σεις, πάτερ» και «σεις, σεβασμιότατε» αντίστοιχα. Προφανώς στην εκκλησιαστική ιεραρχία ο Χριστός τοποθετείται πιο κάτω στη γλωσσική μας εκτίμηση από τους επισκόπους και τους ιερείς του. Έτσι παρατηρούμε, ότι τα γλωσσικά κριτήρια στο χώρο της εκκλησίας είναι κάπως συγχυσμένα.
Παρόμοια και κωμικοτραγικά πράγματα βλέπουμε να συμβαίνουν στον πολιτικό στίβο. Μέσα στη βουλή επικρατεί ο πληθυντικός τυποποιημένης ευγένειας, ασχέτως αν οι βουλευτές και οι υπουργοί γνωρίζουν ο ένας τον άλλο για δεκαετίες. Μια συζήτηση στην αίθουσα της βουλής μπορεί ν’ αρχίσει ευγενικά με το σεις και το σας και να τελειώσει με εκφράσεις του τύπου: «Κάθισε κάτω ρε, μη μιλάς»! Άσε που έξω από τη βουλή, στις δεξιώσεις, στις ψησταριές και τα ξενοδοχεία οι ίδιοι οι πολιτικοί πετούν τον πληθυντικό στον αέρα και τα λένε μεταξύ τους σε ελευθεριάζοντα ενικό. Το επιμύθιο της όλης υπόθεσης είναι, ότι μέσα στη βουλή οι τριακόσιοι εκπρόσωποί μας συνδιαλέγονται στον πληθυντικό για τα μάτια του κόσμου, κρατώντας έτσι τα προσχήματα και διαιωνίζοντας την υποκρισία.
Τα παραπάνω παραδείγματα και οι μαρτυρίες που παρέθεσα οδηγούν προς μία κατεύθυνση: την κατάργηση του πληθυντικού ευγενείας από τη γλώσσα μας. Καιρός είναι να τον ρίξουμε για πάντα στον καιάδα της λησμονιάς ή στο βάραθρο της ευθανασίας.

_____________________________________________________________________________________

Πληθυντικός Ευγενείας

Σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτές της Ρώμης υπήρξαν τα αδέρφια Ρώμος και Ρωμύλος, τέκνα της ιέρειας Ρέας Σύλβιας και του θεού Άρη, εγγόνια του βασιλιά Νουμίτωρος. Όταν, λοιπόν, γεννήθηκαν τα δίδυμα αγοράκια, ο Αμούλιος, που σφετερίστηκε την εξουσία του αδερφού του Νουμίτωρος, θέλοντας να ξεφορτωθεί και τους νέους απογόνους του, διέταξε να χώσουν τα νεογέννητα σ'ένα λίκνο και να τα πετάξουν στον Τίβερη. Καθώς ξεχείλισε όμως ο Τίβερης, το λίκνο με τα μωρά σκάλωσε στις όχθες του κι έτσι μπόρεσαν να επιβιώσουν τρεφόμενα από το γάλα μιας πρόθυμης λύκαινας που τα πήρε υπό την προστασία της. Εκεί τα ανακάλυψε αργότερα κάποιος βοσκός που τα πήρε σπίτι του και τα ανέθρεψε μέχρι που ενηλικιώθηκαν. Τότε, εκείνα ανέτρεψαν τον βασιλιά Αμούλιο κι επανέφεραν στο θρόνο τον παππού τους Νουμίτωρα. Θέλησαν, ύστερα, να ιδρύσουν και μια πόλη στις όχθες του Τίβερη προς ανάμνηση της σωτηρίας τους. Η ονομαστή Ρώμη ιδρύθηκε, όμως κατά την κτίση της επήλθε διαμάχη μεταξύ των δύο αδερφών, με αποτέλεσμα ο Ρώμος να σκοτωθεί και να παραμείνει βασιλιάς ο Ρωμύλος...
Ένεκα, όμως, των πολλών συμφορών που ακολούθησαν μετά το θάνατο του Ρώμου, ο Ρωμύλος σκέφτηκε να ζητήσει κάποιο χρησμό από το μαντείο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ο χρησμός δόθηκε κι ανέφερε, πάνω-κάτω, ότι αν δεν καθήσει πλάι του στο βασιλικό θρόνο ο αδερφός του, δεν πρόκειται να σταθεί η πόλη του, ούτε να ησυχάσει ο δήμος...

"ι μή συγκαθεσθή σοι ό αδελφός έν τώ βασιλικώ θρόνω, ου μή σταθή η πόλις σου Ρώμη ούτε ησυχάση ό δήμος...."Είδε κι απόειδε ο Ρωμύλος, αποφάσισε πως η μόνη λύση είναι να κατασκευαστεί η εικόνα του νεκρού Ρώμου την οποία θα τοποθετούσε παραπλεύρως του θρόνου του! Κι αναφέρει η Άννα Τζιροπούλου- Ευσταθίου (στα "Μαθήματα αρχαίας ελληνικής γλώσσης Β'") σχετικά:

Tags: τζιροπούλου άννα, ελληνική γλώσσα, μυθολογια, ιστορία

Thursday, October 14, 2010

Απλά μαθήματα ιστορίας του Τάκη Λαζαρίδη




Λίγα Λόγια για τον Συγγραφέα

Ο νεαρός Τάκης Λαζαριδης υπη­ρετούσε κανονικά τη στρατιωτική θητεία του όταν, τόν Νοέμβριο τοϋ 1951, ξέσπασε στην Αθήνα ή υπό­θεση των ασυρμάτων του ΚΚΕ, με εξέχοντα κατηγορούμενο τόν Νίκο Μπελογιάννη. Ήδίκη, με τήν κατη­γορία της κατασκοπείας (Α.Ν. 37511936), έγινε τό Φε­βρουάριο τού 1952. Οκτώ από τους 29 κατηγορουμέ­νους καταδικάστηκαν σέ θάνατο: Νίκος Μπελογιάννης, Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νικόλαος Κα­λούμενος, Έλλη Ίωαννίδου, στρατιώτης Φιλάρετος (Τά­κης) Λαζαρίδης, Χαράλαμπος ΤουλιάτοςκαίΜιλτιάδης Μπισμπιάνος.

Οι καταδικασμένοι σέ θάνατο της δίκης Μπελο­γιάννη κρατήθηκαν στις φυλακές Καλλιθέας ολόκληρο τόνΜάρτιοτου 52. Ο Λαζαρίδης ήταν στο ίδιο κελλίμέ τόν Μπελογιάννη καί τόν Μπάτση. Δέν τόν έβαλαν χωρίς λόγοσέ κείνοτό κελλί. Στή δίκη ό Τάκης "υπερασπίστη­κε μέ επαναστατική συνέπεια καί αδιαλλαξία τήν τιμή καί τήνυπόληψητού κόμματος", όπως έγραψαν τά κομ­ματικά έντυπα.

Τό βράδυ της 31ης Μαρτίου 1952 πήραν άπό τή φυλακή τους Μπελογιάννη, Μπάτση, Αργυριάδη καί Κα­λούμενοκαί τους εκτέλεσαν στο Γουδί αφού φώτισαν τό χώρο μέ τους προβολείς των καμιονιών. Σκόρπισαν τους επιζήσαντες σέ διάφορες φυλακές. Ό Τάκης, πού πήγε στις φυλακές της Κεφαλλονιάς, επέζησε χάρις ατό νεα­ρότηςηλικίας του, αλλά καί χάρις στο γεγονός ότι ό πα­τέρας του εκτελέστηκε άπό τους Γερμανούς καί ή μητέ­ρα τουγιάτήν αντιστασιακή της δράση καταδικάστηκε σέ ισόβια δεσμά άπό βουλγαρικό στρατοδικείο...

Αναγκαστική προσγείωση του Τάκη Λαζαρίδη


Τάκης Λαζαρίδης: «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι»
Γράφει ο Aντώνης Kαρκαγιάννης
Θα ρωτήσετε ποιος είναι ο Τάκης Λαζαρίδης. Μερικοί ασφαλώς έχουν ξανακούσει αυτό το «ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι». Είναι ο τίτλος ενός βιβλίου που έγραψε και κυκλοφόρησε πριν από 20 χρόνια και έκτοτε επαναλαμβάνεται με μια ειρωνική τραγικότητα σε πολλές συζητήσεις, ιδιαίτερα αριστερών. η από δεξιούς με θριαμβευτική έπαρση. Για τους πρώτους είναι συντριβή και αυτομαστίγωμα, για τους δεύτερους δικαίωση.
Ο Τάκης Λαζαρίδης όμως έχει την ιστορία του και αυτή λίγοι πλέον τη γνωρίζουν ή τη θυμούνται. Στη δεύτερη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη στο Στρατοδικείο, το 1952, στο ίδιο εδώλιο καθόταν ένας νέος, εικοσάρης τότε, με στολή στρατιώτη. Ήταν ο Τάκης Λαζαρίδης. Καταδικάστηκε σε θάνατο και μαζί με τους άλλους μελλοθάνατους κλείστηκε στην απομόνωση των Φυλακών Καλλιθέας και εκεί περίμεναν το εκτελεστικό απόσπασμα. Οι Φυλακές Καλλιθέας, ακριβώς απέναντι από τον Οίκο Τυφλών, στην οδό Θησέως, δεν υπάρχουν πια. Κατεδαφίσθηκαν αργότερα και στη θέση τους κτίσθηκε σχολείο. Καμιά αντίρρηση. Κρίμα μόνο, γιατί ήταν ένα ενδιαφέρον παλιό κτίριο και τόπος ενός δράματος της εποχής εκείνης.
Τελικά εκτελέσθηκαν, στα τέλη Μαρτίου του 1952, μόνο ο Μπελογιάννης, ο Μπάτσης, ο Καλούμενος και ο Αργυριάδης. Το πρωί που πήγε να τους πάρει το εκτελεστικό απόσπασμα ο επίτροπος διάβασε και το βασιλικό διάταγμα, με το οποίο απονεμόταν χάρη στον Τάκη Λαζαρίδη, λόγω του νεαρού της ηλικίας και η θανατική καταδίκη μετατρεπόταν σε ποινή ισοβίων δεσμών.
Έχει σημασία να σας πω ότι ο πατέρας του Τάκη Λαζαρίδη, ήταν ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς, μαζί με τους 200 κομμουνιστές την 1η Μαΐου 1944, στην Καισαριανή. Τη συντήρηση και την ανατροφή του Τάκη και της αδελφής του, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ουσιαστικά την ανέλαβε το ΚΚΕ. Θέλω να πω ότι μεγάλωσε και ανατράφηκε με οικογένεια το ΚΚΕ και θα υπέθετε κανείς ότι στους κόλπους του θα σταδιοδρομούσε...
Ο Τάκης όμως πήρε άλλο δρόμο. Μετά το δραματικό πρωινό στις Φυλακές Καλλιθέας ο Τάκης μεταφέρθηκε στις φυλακές Κεφαλονιάς, όπου έγκλειστος έζησε τον τρόμο των σεισμών και αργότερα στις Φυλακές Κέρκυρας, για να εκτίσει την ποινή των ισοβίων δεσμών. Ήταν σκληρός και ανυποχώρητος κομμουνιστής, στην ανάκριση, στο Στρατοδικείο και μετά στη φυλακή, όπου έμεινε συνολικά 14 και κάτι χρόνια. Πολύ ευγενής και μελετηρός...
Ποιος ξέρει πώς, αυτός ο σκληρός και ανυποχώρητος κομμουνιστής, στις απέραντες νύχτες του εγκλεισμού ξανασκέφθηκε τη ζωή του, τη ζωή των άλλων και τη ρημαγμένη οικογένειά του και έθεσε στον εαυτό του ριζικά και καταλυτικά ερωτήματα. Το πώς τελικώς απάντησε είναι ένα δεύτερο θέμα, άλλοι θα συμφωνήσουν και άλλοι, αλλού, θα διαφωνήσουν. Με αυτά τα ερωτήματα και με τις απαντήσεις έγραψε το «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», το οποίο κυκλοφόρησε ακριβώς πριν από 20 χρόνια. Το 1988, πριν ακόμη καταρρεύσει ο «υπαρκτός (και ταυτόχρονα ανύπαρκτος) σοσιαλισμός». Μετά την κατάρρευση και όταν βεβαιώθηκαν ότι ήταν οριστική, έγραψαν και άλλοι πολλά και διάφορα...
Τον γνώρισα την άνοιξη του 1964 στις Φυλακές Αιγίνης, όπου είχα μεταχθεί από τις Φυλακές Λευκάδας. Αποφυλακισθήκαμε το 1966. Είχε πάρει ήδη τις αποστάσεις του από το ΚΚΕ γενικά και από την κομματική ηγεσία της φυλακής, η οποία τον αντιμετώπισε σαν ένα ιδιόρρυθμο άνθρωπο. Δεν είχε, όμως, τίποτα να πει εναντίον του.
Στο «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», έθεσε καταλυτικά για την Αριστερά, όλων των αποχρώσεων, ερωτήματα. Κάνει πως δεν τα ακούει, θα ’ρθει όμως η στιγμή να τα ακούσει.
Μέχρι τώρα η «αυτοκριτική» της Αριστεράς απαντάει ή προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: τι συνέβη, τι έφταιξε και δεν νικήσαμε. Πάνω σ’ αυτό το ερώτημα γράφτηκε από την Αριστερά ολόκληρη η Ιστορία, τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 1943 ως την τελική συντριβή της, στρατιωτική και πολιτική, το 1949. Δεν σταμάτησε εκεί. Με τον ίδιο «καημό» της ήττας διαμορφώθηκε και η μετέπειτα πολιτική και ιστορία της ως τις μέρες μας.
Σε αυτόν τον καμβά συσσωρεύτηκαν όλα τα γεγονότα, όλα τα πρόσωπα, όλες οι ιδέες, όλα τα «σφάλματα», όλες οι σχέσεις με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και με τους ξένους. Ο (απολεσθείς παράδεισος της «νίκης» διαμόρφωσε στερεότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, τα οποία ισχύουν και σήμερα και είναι πανίσχυρα. Ποτέ η Αριστερά, τουλάχιστον σε ηγετικό επίπεδο, δεν τόλμησε να αναρωτηθεί ειλικρινά τι θα σήμαινε και τι σημαίνει αυτή η «νίκη» που απροσδόκητα χάθηκε και εξακολουθεί ακόμα να τη θρηνεί. Ιδιαίτερα η συγκλονιστική αποκάλυψη μετά την κατάρρευση του υπαρκτού και ταυτόχρονα ανύπαρκτου, θα έπρεπε λογικά να οδηγήσει την Αριστερά σε πλήρη ανατροπή της πολιτικής της, στη θεωρία και την πράξη. Όχι ότι μας χρειάζονταν οι αποκαλύψεις, όλοι ξέραμε τι ακριβώς συμβαίνει. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να θέσει το καταλυτικό ερώτημα. Και είναι πραγματικά ένα θέμα για να ερευνηθεί, πώς άνθρωποι που δεν φοβήθηκαν τίποτα στη ζωή τους, που έδειξαν απαράμιλλο θάρρος και ηρωισμό, φοβήθηκαν να ρωτήσουν και να αναρωτηθούν: τι πήγαμε να κάνουμε και ευτυχώς δεν μας άφησαν να το κάνουμε και να το αποτελειώσουμε;
Αυτό το ερώτημα έθεσε νωρίς ο Τάκης Λαζαρίδης, πρώτα στον εαυτό του και έπειτα, με το πρώτο του βιβλίο σε όλους τους άλλους. Όπως καταλαβαίνετε, είναι σαν να θέλει να ξαναγράψει την ιστορία της Αριστεράς. Ο Δεκέμβρης και ο Εμφύλιος, για παράδειγμα, ήταν θανάσιμες απειλές εναντίον της χώρας και του λαού και όχι ευκαιρίες «νίκης» που χάθηκαν. Και ευτυχώς, που αυτές οι απειλές αποκρούσθηκαν. Το «αστικό κράτος» και οι ξένοι, οι Άγγλοι πρώτα και κατόπιν οι Αμερικανικοί, συνέτριψαν την Αριστερά και την αιματοκύλησαν χωρίς αναστολές και ενδοιασμούς, όπως επιβάλλει ένας πόλεμος. Σώθηκε, όμως, η χώρα και ο λαός της δεν γνώρισε τις περιπέτειες που γνώρισαν άλλοι λαοί που εντάχθηκαν με τη βία σε ολοκληρωτικά συστήματα διακυβέρνησης.
Ο Τάκης Λαζαρίδης, όμως, δεν σταματάει εδώ. Αναρωτιέται και μας καλεί να αναρωτηθούμε τι μπορεί να σημαίνει σήμερα «σοσιαλισμός» και «σοσιαλιστική ανοικοδόμηση», στερεότυπα επαναλαμβανόμενα από τα δύο κόμματα της Αριστεράς. Και τι μπορεί να σημαίνει «καπιταλισμός» και πού μας οδηγεί.
Με το νέο του βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από λίγο με τον τίτλο «Αναγκαστική Προσγείωση», και που είναι η αφορμή αυτού του σημειώματος, απαντάει σε γράμματα και ερωτήσεις αναγνωστών του πρώτου βιβλίου, του «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι».
Θα ρωτήσετε, έπειτα από αυτήν την καταλυτική κριτική τι μένει από την Αριστερά. Θα σας πω τη γνώμη μου ευθέως. Από την Αριστερά που γνωρίσαμε, την παραδοσιακή και επίσημη, δεν μένει τίποτα. Μένουν μόνο οι τραγικές θυσίες της. Και αυτές σαν βάρος στη συνείδησή μας.
Επειδή, όμως, ο κόσμος είναι γεμάτος αδικίες, ανισότητες, καταπιέσεις, αίμα και καταστροφές, το αριστερό αίτημα θα είναι πάντα ζωντανό και ενεργό. Ίσως γι’ αυτό το λόγο η ηττημένη και στη χειρότερη στιγμή της, εγκλωβισμένη στον αποπνικτικό κρατισμό «Αριστερά» είναι ιδεολογικά κυρίαρχη, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Τάκης Λαζαρίδης. Την άλλη Αριστερά μένει να την ανακαλύψουμε...

Hμερομηνία: 25-05-2008

Πηγή: http://www.kathimerini.gr