Saturday, January 1, 2011

Η Κομμουνιστική Ουτοπία -Διαλεκτικες και Φυσιολογικές Αντιφάσεις της Κοσμοθεωρίας του Ιστορικού και Διαλεκτικού Υλισμού του Παναγιώτη Λ.Παπαγαρυφάλλου


(Βραβείον Ακαδημίας Αθηνών και Δήμου Αθηναίων)
Το βιβλίο αυτό είναι μία φιλοσοφική -πολιτικοοικονιμική-κοινωνιολογική μελέτη για τον κομμουνισμό που στην πράξη απέτυχε.Η ιδεώδης πολιτεία είναι όνειρο θερινής νυκτός.Είναι ένα βιβλίο του 21ου αιώνα που αναλύει με αριστοτεχνικό τρόπο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα όλες τις προσπάθεις του ανθρώπου να λυτρωθεί από τα δεσμά της εκμετάλλευσης ,αλλά δυστυχώς όσο υπάρχουν άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν όλα τα κακά.Τώρα θα ήθελα να αφήσω τον συγγραφέα να μιλήσει, γιατί δυστυχώς μέχρι τώρα παρόλο που το βιβλίο εκδόθηκε τον περασμένο Μάϊο δεν έχει γραφεί καμμία κριτική ή αναλυση του βιβλίου. Κρίμα αυτό φανερώνειτο πόσο πουλημένοι είναι οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα.(Γλύφτες του χρεοκωπημένου συστήματος).Ένας φίλος δημοσιογράφος μου ομολόγησε ότι αν βγεί έξω και πεί την αλήθεια η ζωή του θα κινδυνέυει.Δημοκρατία να σου πετύχει.
Ασ διαβάσουμε τι μας λέει ο συγγραφέας στον πρόλογό του.

Δημήτρης Συμεωνίδης

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Επιχειρώντας αυτό το πολύ δύσκολο επιστημονικό εγχείρημα, δηλαδή την ανά¬δειξη των τρωτών σημείων της κοσμοθεωρίας του ιστορικού και διαλεκτικού υλι¬σμού, την οποία με τόσο πάθος, αλλά και τόσο λάθος, εγκολπώθηκαν εκατομμύρια ανθρώπινα όντα -κι ανάμεσα σ' αυτά και ο γράφων- δεν αγνοώ ότι επωμίζομαι ένα τεράστιο επιστημονικό και ιστορικό φορτίο. Αυτή η επίγνωση ξεκινά από το γεγονός ότι με τούτο το έργο αποπειρώμαι ν' αμφισβητήσω ένα τεράστιο φιλοσο¬φικό, οικονομικό και κοινωνιολογικό οικοδόμημα, το οποίο πυργώθηκε από γιγάντια πνεύματα η διαδρομή των οποίων σφράγισε -και θα εξακολουθεί να σφραγίζει- τα πεπρωμένα της ανθρωπότητας.
Μιας ανθρωπότητας, της οποίας μεγάλο τμήμα έπλεξε όνειρα και στήριξε ελ¬πίδες για την έλευση του βασιλείου της ελευθερίας και της αφθονίας! Ενός βασιλείου στο οποίο δεν θα υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και μιας κοινωνίας τα μέλη της οποίας θα απολάμβαναν ισοτίμως τους καρπούς του μόχθου τους και θα χαίρονται τ' αγαθά και τη ζωή, η οποία δεν θα αποτελούσε ένα καταναγκαστικό έργο, όπως είναι στον καπιταλισμό και όπως το τόνιζε ο Γερμανός φιλόσοφος της απαισιοδοξίας, ο Α. Σοπενχάουερ (1788-1860), που θα πει ότι: «Αν τα λάθη των βασιλιάδων είναι η καταστροφή των κρατών, τα λάθη των μεγάλων πνευμάτων απλώνουν την ολέθρια επίδραση τους σε γενεές, σε αιώνες ολόκληρους», προσθέτοντας: «Φαίνεται πως (τα λάθη) αυξανόμενα και πολλαπλα-σιαζόμενα γεννούν πραγματικά διανοητικά τέρατα» (βλ. το έργο του: «Ο κόσμος σαν βούληση και σαν παράσταση», εκδ. «Αναγνωστίδης», Αθήνα, Χ. Χ. σελ. 61).
Από τον κατά βάση σωστό αυτό κανόνα δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν και οι ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού με τη θεωρία τους του ιστορικού και διαλεκτι¬κού υλισμού κάνοντας και μεγάλα λάθη, τα οποία στοίχησαν στην ανθρωπότητα αίμα, οδύνες και επαναστάσεις, αποτυχημένες ή «επιτυχημένες», οι οποίες τελικά στράφηκαν κατά του ανθρώπου και γι' αυτό αυτοκατέρρευσαν.
Όμως, μαζί μ' αυτά τα λάθη, ο μαρξισμός συνετέλεσε αποφασιστικά στο να δώσει στον άνθρωπο μια άλλη δυναμική διάσταση και να ενεργοποιήσει την ιστορία με τη δυναμογόνο αύρα του. Αποτελεί κι αυτό ένα από τα ιστορικά παράδοξα που σημα-δεύουν το ιστορικό προτσές και αναδεικνύουν την αντιφατικότητα της λειτουργίας της.
Επιδιώκοντας, λοιπόν, να τοποθετήσω το θέμα της κομμουνιστικής ουτοπίας στην έρευνα των πτυχών της μαρξικής θεωρίας και του κριτικού λόγου, σπεύδω να
σημειώσω την ετοιμολογία της ουτοπίας που έχει αρχαιοελληνική προέλευση και σημαίνει: «Ου-τόπος, δεν υπάρχει τόπος να σταθεί», και κατ' επέκταση «σχέδιο που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, να εφαρμοστεί», λέει το λεξικά
Είναι προφανές ότι αυτή η απόπειρα δεν στοχεύει στην κριτική παρουσίαση ολοκλήρου του οικοδομήματος του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού, γιατί κάτι τέτοιο θ' απαιτούσε ένα φάσμα τεραστίων γνώσεων, που δεν διαθέτει ο γράφων, και γιατί αυτό θ' απαιτούσε τη συγγραφή πολλών τόμων, με αποτέλεσμα το ήδη ογκώδες έργο να γίνει δύσχρηστο. Σημειώνεται ότι οι πρώτες απόπειρες -αν εξαιρέσουμε την κοινοκτημοσύνη του Πλάτωνος- στο σύγχρονο κόσμο για τη δημιουργία ουτοπικών κοινωνικών συστημάτων ανάγονται στον Άγγλο Thomas Morus, στα 1516 με το ομότιτλο έργο του, Ουτοπία, με συνεχιστή τον Ιταλό μοναχό Θωμά Καμπανέλλα (1568-1639) με τα έργα του «Η Πολιτεία του Ήλιου» (εκδ. «Αναγνωστίδη», Αθήνα, Χ. Χ.).
Πολύ αργότερα εμφανίστηκαν οι αποκαλούμενοι πρόδρομοι του ουτοπικού σο-σιαλισμού (Όουεν-Φουριέ-Σεν Σιμόν), και ακολούθησαν οι αυτοκληθέντες ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού Κ. Μαρξ και'Ενγκελς. Τούτοι οι τελευταίοι πήραν τη σκυτάλη από τον ιδρυτή της γερμανικής διαλεκτικής, τον Γ. Χέγκελ (1770-1831), ο οποίος υπήρξε ο φιλόσοφος του αντικειμενικού και ιστορικού ιδεαλισμού, τον οποίο χρησιμοποίησε ο Μαρξ «αναποδογυρίζοντας» τον, κατά την δική του έκφραση. Το έργο του Χέγκελ υπήρξε η βάση του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού, όπως το επισημαίνει και ο ίδιος ο Β. Λένιν, ο εμπνευστής και πρωτουργός της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 στη Ρωσία, γράφοντας: «Αν δεν διαβάσουμε τη «Λογική» του Χέγκελ, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» του Μαρξ. Πενήντα χρόνια οι μαρξιστές δεν κατάλαβαν τον Μαρξ» (βλ. Λένιν: «Κριτική της χεγκελιανής διαλεκτικής» -φιλοσοφικά τετράδια- εκδ.»Αναγνωστίδη», Αθήνα, Χ. Χ. σελ. 103).
Μάλιστα, ο ίδιος εκτιμούσε τόσο πολύ το φιλοσοφικό έργο του Χέγκελ, ώστε, τοποθετώντας τη φιλοσοφία του στις ευρύτερες διαστάσεις της έλεγε στην Εισα-γωγή του: «Μετά το θάνατο του Χέγκελ (1831) παρουσιάζεται μια παγκόσμια κρίση αξιών, η σκέψη παραδέρνει στην αμφιβολία κι αρνείται την καθολικότητα και την αλήθεια, καταφεύγει στην απομόνωση, στον υποκειμενισμό, στο συναίσθημα και τα σκιάχτρα- εξαφανίζεται η καθολική αντίληψη του ανθρώπου και του κόσμου» (βλ. οπ. π. σελ. Τ). Πρόκειται για μια τιμητική αναγνώριση κι ένα πνευματικό μεγαλείο που δεν συναντάται συχνά στην πορεία του ανθρώπινου πνεύματος.
Όμως, μ' αυτή την ευκαιρία, θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω, πολύ πιο πίσω χρο¬νικά από τον Χέγκελ, για να υπογραμμιστεί το τιμητικό ιστορικό και επιστημονικό γεγονός για την αρχαία ελληνική γραμματεία, αφού ο νεαρός Μαρξ έθεσε τα πρώ-τα θεμέλια της κοσμοθεωρίας του πατώντας πάνω στον αστραποβόλο φιλοσοφικό στοχασμό δυο Ελλήνων- Τον Επίκουρο και τον Δημόκριτο, γράφοντας τη διδακτορική του διατριβή που είχε ως θέμα «Διαφορά μεταξύ επικούρειας και δημοκρίτειας φυσικής φιλοσοφίας». Πιο πέρα, όπως σημειώνεται και στο κείμενο από ξένους επιφανείς στοχαστές, και ο ίδιος ο Χέγκελ στηρίχθηκε στουςΈλληνες φιλοσόφους της ελληνικής αρχαιότητος, οι οποίοι του άνοιξαν τα κακοτράχαλα μονοπάτια της φιλοσοφικής σκέψης, η οποία άρδευσε τον παγκόσμιο φιλοσοφικό στοχασμό.
Το ιστορικό αυτό γεγονός αναγνώριζε και ο Γερμανός φιλόσοφος Φ. Νίτσε (1844-1900) γράφοντας: «Δεν έχω γνωρίσει πρόσωπα που να εμπνέουν τέτοιο δέος όπως οι'Ελληνες φιλόσοφοι (βλ. «Στοχασμοί», εκδ. «Στιγμή», Αθήνα, 1999, σελ. 92).
Ένα στοχασμό, ο οποίος οδήγησε τον διδάκτορα Μαρξ να χρησιμοποιήσει ως μόττο ετούτη τη φιλοσοφική ρήση του Επικούρου, και μάλιστα από το πρωτότυπο, αφού διάβαζε κάθε χρόνο Αισχύλο από το πρωτότυπο: «Ασεβής δε ουχ ο τους των πολλών θεούς αναιρών, αλλ' ο τους των πολλών δόξας θεοίς προσάπτων», δηλαδή -για τους... αντιρατσιστές της Ελλάδος- «Ασεβής δεν είναι όποιος καταργεί τους θεούς του πλήθους, παρά όποιος τις δοξασίες του πλήθους τις αποδίδει στους θεούς» (βλ. Διατριβή, σελ. 61). Από αυτό και μόνο το γεγονός συνάγεται ότι ο νεαρός Μαρξ δεν εκτιμούσε και τόσο πολύ τη γνώμη των πολλών, τη γνώμη της μάζας, και σ' αυτό δεν είχε άδικο, γιατί το να λες έγκυρη και σωστή γνώμη προϋποθέτει γνώση του θέματος,, κι αυτή με τη σειρά της προϋποθέτει καταβολή προσπάθειας και μόχθου αφού: «Η γνώση έχει ιστορικό περιεχόμενο και δεν παράγεται ξαφνικά όπως βγαίνει η σφαίρα από την κάννη του όπλου», όπως διδάσκει η διαλεκτική λογική (βλ. Μ. Μ. Ρόζενταλ: «Αρχές Διαλεκτικής Λογικής», Αθήνα, 1962, σελ. 29 και 62).
Αυτή και μόνο η διαπίστωση οδηγεί στην αυτοαναίρεση της θεωρίας του Μαρξ για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία, την οποία θεωρούσε ήσσονος σημασίας ως προς τον πρωτεύοντα ρόλο του προλεταριάτου και των μαζών, όπως αναπτύσσεται στο σχετικό κεφάλαιο αυτού του έργου.
Προκαταβολικά σημειώνω εδώ εντελώς επιγραμματικά τα συμπεράσματα της έρευνας, την οποία έκαναν πριν από μερικές δεκαετίες δυο εξέχουσες μορφές της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας: του Γερμανού Αντόρνο Τ. (1903-1969) και του ομοεθνούς του Χορκχάϊμερ Μ. (1895-1973), οι οποίοι, αναφερόμενοι στην ποδηγέτηση και τον πνευματικό ευνουχισμό των μαζών, από την πολιτιστική βιομηχανία, γράφουν και τα εξής: Μ' αυτή οι μάζες «όχι μόνο οδηγούνται στον κομφορμισμό της σκέψης αλλά και στον πνευματικό ευνουχισμό, που τις μετατρέπει σε αντικείμενο της... με την κατεύθυνση της και την χαλιναγώγηση τους», με αποτέλεσμα «να εξαφανίζεται η κριτική τους σκέψη» (βλ. το έργο τους: «Διαλεκτική του Διαφωτισμού», Αθήνα 1996, από την Α' έκδοση του 1947, σελ. 201, 239 και 266).
Αυτές, λοιπόν, οι μάζες δεν μπορούν να είναι πρωταγωνιστές του ιστορικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, στο οποίο πρωταγωνιστούν προσωπικότητες του πνεύμα-
τος, της πολιτικής και της επιστήμης. Αν δεν υπήρχαν οι υλιστές και ιδεαλιστές Έλληνες στοχαστές, δεν θα υπήρχε π. χ. ο Χέγκελ, κι αν δεν υπήρχε αυτός, δεν θα υπήρχαν οι Μαρξ και'Ενγκελς, κι αν δεν υπήρχαν αυτοί, δεν θα υπήρχε ο Λένιν και πάει λέγοντας. Ενδεχομένως δεν θα υπήρχε και η επαναστατική τους θεωρία. Σημειώνεται παρεμβατικά η άποψη των «θεωρητικών της κοινωνιολογίας του πλήθους» για τους οποίους οι μάζες χαρακτηρίζονται «ως αγέλες αγρίων ζώων που ψάχνουν απεγνωσμένα για το θηριοδαμαστή τους» (βλ. Γ. Κόκκινου: «Πρίσματα Ευρωπαϊκής Ιστορίας», εκδ. «Μεταίχμιο» Αθήνα, 2007, σελ. 122 επ.).
Τελειώνοντας αυτόν τον πρόλογο, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω -για τη διευ-κόλυνση του αμύητου αναγνώστη- το εννοιολογικό περίγραμμα του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, όπως μας το παραδίδουν οι μαρξιστές -συγγραφείς του φιλοσοφικού λεξικού Μ. Ρόζενταλ και Γιουντίν.
Γράφουν:
«Ο διαλεκτικός υλισμός είναι η φιλοσοφική επιστήμη για τους πιο γενικούς νόμους εξέλιξης της φύσης της ανθρώπινης κοινωνίας και της νόησης. Είναι η κοσμοθεωρία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος... η ερμηνεία που δίνει στα φαινόμενα της φύσης... η θεωρία του για τα φαινόμενα της φύσης, η θεωρία του είναι υλιστική... Αφού δημιούργησαν το διαλεκτικό υλισμό ο Μαρξ και ο'Ενγκελς, τον επεξέτειναν στη γνώση των κοινωνικών φαινομένων... Ο διαλεκτικός υλισμός είναι η επαναστατική θεωρία για τον μετασχηματισμό του κόσμου» (βλ. «Φιλοσοφικό Λεξικό» των Ρόζενταλ-Γιούντιν, Αθήνα, 1957, σελ. 46-47). Στο ίδιο λεξικό διαβάζουμε και τα εξής για τον ιστορικό υλισμό: «Είναι η διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού για τους νόμους της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας... Στην εξέλιξη των μέσων παραγωγής των υλικών αγαθών, που είναι απαραίτητα για την ύπαρξη του ανθρώπου, ο ιστορικός υλισμός βλέπει την κυριότερη δύναμη που καθορίζει όλη την κοινωνική ζωή των ανθρώπων και δημιουργεί τους όρους για τη μετάβαση από το ένα κοινωνικό καθεστώς στο άλλο... Η αλλαγή των κοινωνικοοικονομικών σχη-ματισμών στην ιστορία (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, δουλοκτητικό, φεουδαρχικό, κεφαλαιοκρατικό, σοσιαλιστικό) είναι πρώτα απ' όλα η αντικατάσταση ορισμένων παραγωγικών σχέσεων από άλλες πιο προοδευτικές. Η αλλαγή αυτή είναι πάντα η αναγκαία νομοτελειακή συνέπεια της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας... Η ανακάλυψη πως η αληθινή βάση όλης της ζωής και της εξέλιξης της κοινωνίας είναι η υλική παραγωγή, επέτρεψε, για πρώτη φορά, να κατανοηθεί ο μεγάλος δημιουργικός ρόλος των λαϊκών μαζών, των εργαζομένων στην ιστορία... με την ανακάλυψη της θεωρίας του ιστορικού υλισμού η κοινωνική επιστήμη για πρώτη φορά μετατράπηκε σε αληθινή επιστήμη των νόμων της εξέλιξης της αν-θρώπινης κοινωνίας» (βλ. σελ. 93-95).
Ανεξάρτητα από την οδυνηρή κατάληξη που είχε αυτή η θεωρία στις χώρες του εφηρμοσμένου «σοσιαλισμού», δεν πρέπει να της αρνηθεί κανείς ότι με το μύθο
της έδωσε φτερά και δύναμη στις απελπισμένες μάζες να ονειρευτούν, ν' αγωνιστούν, να πονέσουν, να χαρούν και να ελπίζουν ένα άλλο αύριο. Από την άποψη αυτή, ο ιστορικός και διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ και'Ενγκελς επέδρασε θετικά, πάνω στις μάζες και στο ιστορικό γίγνεσθαι, γιατί όπως έλεγε και ο στοχαστής Δ. Γληνός (1882-1943), «Ένας μύθος χρειάζεται πάντα για να ζει ο άνθρωπος τη ζωή», γιατί «αν τα πλήθη στερηθούν από το μύθο γίνονται μάζες ακίνητες και πλαδαρές, μάζες απελπισμένες και δυστυχισμένες» (βλ. τον εκτεταμένο πρόλογο του στον «Σοφιστή» του Πλάτωνος, που εκδόθηκε το 1940 από τις εκδ. «Ζαχαρόπουλος», Αθήνα, 1940, σελ. 50).
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο γράφων έζησε μ' αυτό τον μύθο τα πιο αληθινά, τα πια μεστά και τα πιο όμορφα είκοσι πέντε πρώτα χρόνια της ζωής του. Κι όσο κι αν αυτό φαντάζει ανορθόδοξο και αντιφατικό, αυτή η ομορφιά πέρασε μέσα από τις οδυνηρές οικογενειακές περιπέτειες που αρχίζουν από τα γερμα¬νικά κρατητήρια και τα ιταλικά στρατόπεδα, περνούν από τα βασανιστήρια των ελληνικών αστυνομικών τμημάτων, τις φυλακές, τη Μακρόνησο και το εκτελεστικό απόσπασμα και καταλήγουν στην απαγόρευση της εργασίας, με τα διαβόητα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, και στην εξορία στο «Παρθένι» της Λέρου.
Όταν ο άνθρωπος πιστεύει ειλικρινά και δυνατά στο μύθο αντέχει πολλά κι όσο αυτός είναι πιο μεγάλος τόσο περισσότερο πιστεύει σ' αυτόν και δίνεται σ' αυτόν.
Τέλος, ως προς τη δομή του έργου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας απέβλεψε περισσότερο στην ουσία του και το περιεχόμενο του, παρά στη μορφολογική του εμφάνιση. Και γι' αυτό το λόγο παρέκαμψε τους ακαδημαϊκούς κανόνες στην αναφορά των συγγραφέων, απλά και μόνο με μια τους φράση και πρόταση και προτίμησε την παράθεση εκτεταμένων παραθεμάτων των έργων τους, ώστε ο αναγνώστης να έχει μπροστά του μια ευρύτερη, κατά το δυνατόν, εικόνα των απόψεων τους.

Παναγιώτης Λ. Παπαγραρυφάλλου


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο συγγραφέας Παναγιώτης Λ. Παπαγαρυφάλλου γεννήθηκε στη Λάρισα όπου και επεράτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές.
Σπούδασε πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές επιστήμες και νομικά στα πανεπι-στήμια Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς.
Ως φοιτητής και νεαρός επιστήμονας ανέπτυξε συνδικαλιστική και πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές της ΕΔΑ και συνέβαλε ουσιαστικά στη συνεργασία και κοινή δράση των συλλόγων διπλωματούχων: Παντείου Ανωτάτης Σχολής, Πο¬λιτικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ανωτάτης Σχο¬λής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ανωτάτης Σχολής Εμπορικών και Οικονομικών Επιστημών και της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς.
Στα πλαίσια αυτά αγωνίστηκε για θέματα της παιδείας, της δημοκρατίας, της οικονομικής ανάπτυξης και το Κυπριακό, μέσα από συνέδρια και συνδιασκέψεις.
Έγραψε πολλά επιστημονικά έργα γύρω από θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης, δη-μόσιας διοίκησης, γεωργικών και ναυτικών συνεταιρισμών. Γι' αυτή του την επιστη-μονική προσφορά τιμήθηκε μεταπολιτευτικά, με την απονομή σχετικών βραβείων από το Δήμο Αθηναίων και την Ακαδημία Αθηνών.
Πέρα απ' αυτά συνέγραψε βιβλία πολιτικού περιεχομένου καθώς και ιστορικά για την Αθηναϊκή Δημοκρατία και τη Μακεδονία (Πίνακας των έργων του παρατί¬θεται στο τέλος του έργου).
Για την πολιτική και κοινωνική του δράση και την αντίσταση του κατά του στρα-τιωτικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, εκτοπίστηκε στο «Παρθένι» της Λέ-ρου την περίοδο 1968-1970.
Εκεί, βλέποντας, ακούγοντας και παρατηρώντας τα τεκταινόμενα στη διαμάχη των στελεχών και των ηγετικών κλιμακίων του ΚΚΕ, σχημάτισε την τραυματική άποψη για την κομμουνιστική ουτοπία.
Η ζωή και η ιστορία τον δικαίωσε, αλλά αυτή τη δικαίωση την πλήρωσε πολύ ακριβά, αφού πια ο μεταπολιτευτικός του αγώνας στράφηκε εναντίον ολοκλήρου του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος.
Μόνος εναντίον όλων.


ΕΡΓΑ ΤΟΥ Π. Λ. ΠΑΠΑΓΑΡΥΦΑΛΛΟΥ
1 .Η εξέλιξη των Γεωργικών Συνεταιρισμών στην Ελλάδα από την επανάστα¬ση του 1821 μέχρι το 1940, Αθήνα, 1973.
2. Η Δημόσια Διοίκηση, Αθήνα, 1973.
3. Το Ανώτατο Συμβούλιο Δημοσίων Υπηρεσιών (ΑΣΔΥ), Αθήνα, 1973.
4. Οι καταβολές του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως στην Ελλάδα και οι προσπάθειες διοικητικής οργανώσεως του, στην Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΕΤΑ) έτους 1974, τευχ. Α.
5. Αρμοδιότητες των ΟΤΑ στην αλλοδαπή και δικαιολογητικές βάσεις αυτών γενικά, ΕΤΑ, έτους 1974, τεύχ. ΣΤ.
6. Το πρόβλημα της ουσιαστικοποιήσεως των αρμοδιοτήτων της ΤΑ. στην Ελλάδα και οι δικαιολογητικές βάσεις της διεύρυνσης τους, ΕΤΑ, έτους 1974, τεύχη Ζ-Η.
7. Τοπική Αυτοδιοίκηση και δημοκρατία, ΕΤΑ, έτους 1974, τεύχ. ΙΑ.
8. Το Σχέδιο Συντάγματος και η ΤΑ. Προτάσεις στη Βουλή, ΕΤΑ, έτους 1975, τεύχ. Α.
9. Η μεταπολεμική εξέλιξη και διάρθρωση των οικονομικών της ΤΑ. στην Ελ¬λάδα με συγκριτικά στοιχεία των Ευρωπαϊκών χωρών, ΕΤΑ, έτους 1975, τεύχη Δ-Ε.
10. Η συγχώνευση των κοινοτήτων στην Ελλάδα, ΕΤΑ, έτους 1975, τεύχ. Ι.
11. Παρατηρήσεις στο Σχέδιο νόμου «Περί Γεωργικών Συνεταιρισμών», Περι-οδ. «Αγροτική Αναγέννηση» 1976, τεύχ. 18.
12. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση και το νέο Σύνταγμα, ΕΤΑ, 1976, τεύχ. Δ.
13. Θέματα ΤΑ. -Παραδόσεις μαθημάτων, ΕΤΑ, τεύχ. Β'/1977.
14. Η νομοθεσία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (Π. Ε. Ε. Α. ) για τους συνεταιρισμούς, ΕΤΑ 1977, τεύχ. ΣΤ.
15. Η διάρθρωση της αγροτικής οικονομίας και των θαλασσίων μεταφορών στην Ελλάδα πριν και μετά την Επανάσταση του '21 (ναυτικοί και γεωργι¬κοί συνεταιρισμοΟ-Αθήνα, 1977, (Επαινος Ακαδημίας Αθηνών).
16. Το δικαίωμα γνώμης των δημοτικών αρχόντων, περιοδικό «Τοπική Αυτοδι¬οίκηση» (ΤΑ.) 1978, τεύχ. 1.
17. Τα ασυμβίβαστα στο δημοτικό κώδικα και οι αρνητικές τους επιδράσεις στο θεσμό της Τ. Α. περιοδ. ΤΑ. 1978, τεύχ. 2.
18. Εισήγηση στην ομάδα εργασίας του Τ. Ε. Ε. για τη δευτεροβάθμια ΤΑ. πε-ριοδ. ΤΑ. 1979, τεύχ. 5-6.
19. Η αλήθεια για την καταγωγή και εφαρμογή του θεσμού της Τ. Α. στην Ελεύθερη Ελλάδα της κατοχικής περιόδου, περιοδ. ΤΑ., 1980, τεύχ. 4.
20. Η ΤΑ. στην Ελλάδα της κατοχικής περιόδου-0 κώδικας Τ. Α. της Π. Ε. Ε. Α., περιοδ. ΤΑ. 1981, τεύχ. 5-6.
21. Το διοικητικό πρόβλημα της Πρωτεύουσας, περιοδ. ΤΑ. 1982, τεύχ. 1.
22. Ο θεσμός των συνοικιακών συμβουλίων στα πλαίσια της αντιστασιακής νομοθεσίας της Ελεύθερης Ελλάδας, περιοδ. ΤΑ. 1982, τεύχ. 2-3.
23. Ο θεσμός των δημοτικών και κοινοτικών συνελεύσεων και των δημοτικών και κοινοτικών δημοψηφισμάτων στον κώδικα ΤΑ. της Π. Ε. Ε. Α., περιοδ. ΤΑ., 1983, τεύχ. 5 και 6.
24. Η συμβολή του Γιάννη Μακρυγιάννη και του Δήμου Αθηναίων στην εθνική μας ανεξαρτησία, τη θέσπιση του συντάγματος και στην επανάσταση της 3^ Σεπτεμβρίου 1843, ΕΤΑ, έτους 1990, τεύχ. 30.
25. Η θεσμοθεσία της Εθνικής Αντίστασης για την τοπική αυτοδιοίκηση, Επι¬θεώρηση Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΕΤΑ), τεύχ. 40-42/1991.

26. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία και οι εχθροί της. Δημοσιεύθηκε στο Β' τόμο του Πανεπιστημίου Πειραιά, το 1992, στον τιμητικό τόμο για τον καθηγητή Αθα¬νάσιο Κανελλόπουλο.
27.Λαϊκισμός και Δημοκρατία-Διαλεκτική της αποκεντρωμένης δημοκρατίας και του λαϊκισμού (Ενθετο στο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα», τεύχ. της 29-10-1993).
28. Εμφάνιση και εξέλιξη του θεσμού της Τ. Α. Δημοσιεύθηκε στον Β' τιμητικό τόμο του Παντείου Πανεπιστημίου για τον καθηγητή Ι. Παπαζαχαρίου το 1994.
29. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια του Συντάγματος. Εκδόθηκε από την ΚΕΔΚΕ το 1995.
30. Θύμα Διπλής Δολοφονίας-Γιάννης Παπαγαρυφάλλου.Ένας μάρτυρας της ελληνικής δημοσιογραφίας, εκδ. ΕΚθ.0, Αθήνα 2000.
31. Ο Λαϊκισμός στην Ελλάδα, εκδ. ΕΒ60, Αθήνα 2002.
32. Ιδέες-Προτάσεις-Προβληματισμοίγια την Τοπική Αυτοδιοίκηση, εκδ. ΤΕΔΚ Νομού Λάρισας, 2003.
33. Πολιτική και κοινωνία στην Ελλάδα του Λαϊκισμού, εκδ. «Πολιτικά Θέματα», Αθήνα, 2003-2004 (Τόμοι 2).
34. Το χρονικό της Εθνικής μειοδοσίας του ονόματος της Μακεδονίας εκδ. «Γεωργιάδη», Αθήνα, 2005
35. Αρχαία και σύγχρονη Δημοκρατία-Από την Αθηναϊκή Δημοκρατία στη σύγ¬χρονη οικογενειοκρατία, εκδ. «Πελασγός» Αθήνα, 2007.
36. Ο Δημοσθένης και η διαχρονικότητα των λόγων του, εκδ. «Κάδμος», 2008.
37. Η Μακεδονία στη μέγγενη της Γ Διεθνούς και του ΚΚΕ, εκδ. «Κάδμος»,
Θεσσαλονίκη, 2008.
38. Η τοπική αυτοδιοίκηση στα πλαίσια της Εθνικής Αντίστασης (1941-1944), ανέκδοτη έρευνα, η οποία έγινε για λογαριασμό της Ακαδημίας Αθηνών (μετά την από 22 Μαίου 2008 πρόταση μου και στην οποία κατατέθηκε τον Ιούνιο του 2004). Αποτελείται από : 380 σελ. κείμενο, 100 σελ. κείμενα κωδίκων. Αυτοδιοίκησης και 13 σελ. βιβλιογραφία.

Saturday, December 18, 2010


Η Φλώρα Ορφανουδάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε
Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα.
Σπούδασε επίσης Φιλολογία στον τομέα Βυζαντινών και Νεοελληνικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Επί πολλά χρόνια ήταν μέλος στο διοικητικό συμβούλιο ενός συλλόγου συγγραφέων, που ονομάζεται Ενωτική Πορεία Συγγραφέων (ΕΠΟΣ).
Είναι ένας από τους 5 επίσημα αναγνωρισμένους από το υπουργείο Πολιτισμού συλλόγους συγγραφέων.
Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές:
Το χαμένο Ίλιον (1985),
Η αντιλόπη της αίσθησης (1997)
και Δάνειος Έρως (2007).

Το Χαμένο Ίλιο - ποιήματα της Φλώρας Ορφανουδάκη


«Το χαμένον Ίλιο»
Η ποιητική αυτή συλλογή κυκλοφόρησε το 1985. Η διαπίστωσή μας είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ποιητική διεργασία που εκπορεύεται εκ βαθέων κι αγγίζει ευρηματικά την τραγική συνέπεια της ύπαρξης.
Μανόλης Πράτσικας, κριτικός

«Η αντιλόπη της αίσθησης»
Η Φλώρα Ορφανουδάκη ήδη με το «Χαμένον Ίλιο» είχε δείξει τις ικανότητές της. Πειθαρχημένη ελλειπτικότητα, ποιητική αίσθηση του αιτιοκρατικού, σαφήνεια, που τροφοδοτείται και από τη λογική και από το συναίσθημα και την αισθαντικότητα.
Τώρα με την «Αντιλόπη της αίσθησης» δείχνει ότι έχει προωθήσει πολύ και τη μορφή και το περιεχόμενο. Ο στίχος είναι πιο σφικτός, πιο αποτελεσματικός, τα ποιήματα έχουν οργανικότερη εξέλιξη. Η κάπως αβέβαιη εξομολογητικότητα της πρώτης ποιητικής της συλλογής μετασχηματίζεται και παίρνει πραγματικότερες κατευθύνσεις. Το σάστισμα και η μελαγχολία γίνονται τώρα φιλοσοφία του υποκειμένου. Ο αβρός πεισιθανατισμός (ο δικός της και της εποχής) παίρνει τώρα τη μορφή ηθικοαισθητικών συνειδητοποιήσεων. Τα οδυνηρά και αναίτια σταματήματα που επιβάλλει ο χρόνος αντικαθίστανται με τη ρυθμοκινητική γοητεία που επιβάλλει στο στίχο η γνήσια ποίηση.
Έχει προχωρήσει πολύ στη δυνατότητα μετουσίωσης. Πώς όμως το κατάφερε; Όχι βέβαια τυχαία, με επιπολαιόριζες προσπάθειες, εικοτολογώντας ή προφητολογώντας. Υπάρχει ένα ουσιαστικό προχώρεμα στην κατανόηση του αυθεντικού, του λυρικού, του αισθητικού, του πνευματικού. Έτσι ο λόγος της αποχαρακτηρίζει και αποκαλύπτει την ψευτοενότητα του παρόντος. Πολύ ευχαρίστως θα υπέγραφε τους στίχους του Νίκου Καρούζου: δική σας η λογική/ δεν την διεκδίκησα. Η γενική πιο εδραία βάση κατανόησης της δίνει την δυνατότητα να προχωρήσει σε ουσιαστικότερη γλωσσική τελείωση, να διασαφηνίσει τις εικονοπλασίες της, να κάνει πλαστικότερη την εκφραστική δομή, να επιγραμματοποιήσει τον στίχο.
Η ποιήτρια ξέρει να χρησιμοποιεί και να μεταστοιχειώνει την πονεμένη απαλότητα που φέρνει στον ποιητικό λόγο η γενιά της, να ανθίσταται πνευματικά στη φθορά (με τον στίχο, την αισιοδοξία, την χαρά, την πίστη), να μην μένει άπραγη, να αποφορτίζει από την σκοτεινιά και την μουγκαμάρα τους τις ανήλιαγες εμφανίσεις. Όπως όλοι οι εκπρόσωποι της ποιητικής γενιάς του ’80 που ψάχνουν συνδημιουργώντας η Φλώρα Ορφανουδάκη βιώνει το αγεφύρωτο χάσμα της οντολογικής της ποιότητας με τον περιβάλλοντα χώρο-χρόνο. Γι’ αυτό και (προσπαθεί να) τραγουδά.
Γιατί ο ποιητής αυτό οφείλει να κάνει. Ζώντας στο αέναο χωροχρόνο των δολοφόνων οφείλει να μένει έκκεντρος και να τραγουδά…
Παντελής Απέργης, κριτικός


«Δάνειος Έρως»
Μια διαπίστωση που αποβαίνει προς όφελος της ποιήτριας είναι το ότι βρήκε ένα νέο τρόπο έκφρασης της ελεγείας. Απέχει από τη μορφή έκφρασης του χορικού άσματος της τραγωδίας –ως στάσιμο– μη διακοπτόμενο από διάλογο ή αναπαιστικό μέτρο, αλλά διατηρεί κάποια στοιχεία μελαγχολικά, στα οποία δίνει προεκτάσεις ψυχικές, από τις οποίες άλλες είναι συναφείς προς μία γενίκευση πνευματικής ανόδου και άλλες τόσο αναλυτικές, που άμεσα καταλήγουν σε συμπερασματολογία.
Όμως εξακολουθώ να επισημαίνω το διαπιστωτικό της ύφος, το «όπερ έδει δείξε», που σημαίνει ειδικότερα ότι η αληθινή ποίηση απαιτεί και επιβιώνει μόνο με την αληθινή σκέψη. Κι εδώ τη βρίσκω εφοδιασμένη αφ’ ενός με μια λογική αφ’ ετέρου με μία αγνότητα. Ο δε στοχασμός της σ’ όλες τις ενότητες, διατηρεί το βάθος της ψυχικής της κατάστασης που διατηρεί στα κατάβαθά της. Όμως – κι εδώ είναι η τέχνη της αφαίρεσης– δεν στεγνώνει από πίκρα την ψυχή, ούτε τη δική της ούτε του αναγνώστη.
Σωτήριο φίλτρο η «αφαιρετική» στην ποίηση και ιδιαίτερα σ’ αυτό το μείγμα ελεγείας-στασίμου. Γιατί διαπνέει κάθε αρμό με μία ηρεμία αλλά και αισθητική φρονιμάδα, επειδή η διανοητική τάξη των νοημάτων κινείται στην αλληλοδιαδοχή, έτσι ώστε ο λόγος να μεστώνεται συνεχώς.
Εδώ θα αναφερθώ στο ανακυκλικό ποίημα, που συγχρόνως είναι και κυκλωτικό, που σημαίνει ότι όποιος αποδέχεται και τη μυστηριακή μοίρα των «δύστηνων θνητών» εσωτερικά τον αγγίζουν, εσωτερικά δακρύζει.
Δεν θ’ αναφερθώ σε παραδείγματα, γιατί έδωσα γραμμή πλεύσης. Θα προσθέσω ότι διαβλέπω ικανότητα θεατρικής γραφής.
Ευαγγελία Μισραχή, κριτικός

Wednesday, October 27, 2010

Πληθυντικός της Ευγενείας


«Πληθυντικός της ευγενείας»

Πώς η αρχαιοελληνική δημοκρατικότητα απωθήθηκε από την ξενική δουλοπρέπεια

Του Γιαννη Καρβελα
Φιλολογου

Ένα θέμα, που είτε αγνοείται είτε αποσιωπάται, είναι ο λεγόμενος «πληθυντικός της ευγενείας». Λίγοι γνωρίζουν ότι το γλωσσικό τούτο φαινόμενο είναι ξενικής προέλευσης. Ακόμη λιγότεροι υποψιάζονται, πως η χρήση του τα τελευταία 180 περίπου χρόνια έχει προκαλέσει σύγχυση στη γλώσσα μας κι αφαιρέσει ένα σημαντικό ποσοστό από τη δημοκρατικότητά της.

Μπορούμε ν’ αρχίσουμε με μερικές παρατηρήσεις πάνω στη χρήση του πληθυντικού στην αρχαία Ελλάδα. Η αρχαία γλώσσα χρησιμοποιεί τον πληθυντικό μόνο με την αριθμητική του έννοια. Βλέπουμε ότι ο ενικός δηλώνει ένα πρόσωπο ή πράγμα, ο δυικός δηλώνει δύο και ο πληθυντικός περισσότερα από δύο πράγματα ή πρόσωπα. Δεν υπάρχει εδώ πληθυντικός ευγενείας, σεβασμού, μη οικειότητας ή ακόμη και ειρωνείας. Υπάρχει ένας πληθυντικός, που, όπως λέει και το όνομά του, αποτείνεται στο πλήθος. Μια ματιά στα αρχαία κείμενα είναι αρκετή για να επαληθεύσει αυτόν τον ισχυρισμό μου.
Τα δύο επικά ποιήματα, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, αρχίζουν με την επίκληση του Ομήρου στη Μούσα. Αυτό γίνεται όχι σε πληθυντικό ευγενείας αλλά σε ενικό αριθμό: Ιλιάδα: «Μήνιν άειδε, θεά, Πηληιάδεω Αχιλλήος…». Οδύσσεια: «Άνδρα μοι έννεπε, μούσα, πολύτροπον ος μάλα πολλά…». Τα ρήματα άειδε και έννεπε είναι στον ενικό αριθμό, αφού αναφέρονται σ’ ένα πρόσωπο. Ταυτόχρονα εκφράζουν τον απεριόριστο σεβασμό του ποιητή για την προστάτισσά του, τη μούσα της επικής ποίησης.
Από την αρχή μέχρι το τέλος των ομηρικών ποιημάτων όλοι οι χαρακτήρες, οι αρχηγοί, οι στρατιώτες, οι θεοί, οι κήρυκες, οι θεράποντες, οι θήτες, οι γονείς, τα παιδιά, οι αοιδοί, οι οικοδέσποινες και οι ξένοι επικοινωνούν μεταξύ τους φυσιολογικά κι αποτελεσματικά στον ενικό αριθμό. Μπορεί η δουλοπρέπεια ή η εξάρτηση να εκφράζεται μ’ άλλους τρόπους, ποτέ όμως με λέξεις και προσφωνήσεις σε πληθυντικό.
Στη λυρική ποίηση μπορούμε επίσης να επισημάνουμε την ίδια αμφίδρομη χρήση του ενικού, είτε πρόκειται για ένδειξη σεβασμού κι εκτίμησης είτε όχι. Όταν η Σαπφώ ζητεί τη βοήθεια της Αφροδίτης, δεν καταφεύγει σε πληθυντικό ευγενείας αλλά σ’ ένα απέριττο κι ειλικρινή ενικό: «Χρυσόθρονη αθάνατη Αφροδίτη, κόρη του Δία, δολοπλέχτρα, σε ικετεύω, μη βαραίνεις την ψυχή μου με λύπες και με βάσανα».
Εξ ίσου ευθύβολη κι απροσποίητη είναι κι η ερώτηση της θεάς:

«… ποιον θες
να πείσω, για να ’ρθεί ξανά
στην αγκαλιά σου; Πες μου, Σαπφώ,
ποιος σε αδικεί;»

Κι ένα άλλο σαπφικό απόσπασμα φανερώνει καθαρά τη λεκτική συγγένεια ανάμεσα στη δασκάλα και τη μαθήτριά της:

Η μαθήτρια: «Σαπφώ, τί κακό είναι αυτό
που μας βρήκε, σ’ αφήνω
άθελά μου.»
Η δασκάλα: «Πήγαινε στο καλό,
και να με θυμάσαι.»

Επιπρόσθετα ο πληθυντικός ευγενείας είναι ο μέγας απών απ’ όλη την ελληνική τραγωδία και κωμωδία, από τις αφηγήσεις του Ηρόδοτου και τις δημηγορίες του Θουκυδίδη, από τα ειδύλλια του Θεόκριτου και τα επιγράμματα του Καλλίμαχου. Ο κατάλογός μας μπορεί να επεκταθεί και να συμπεριλάβει όλα τα κείμενα της ελληνορωμαϊκής εποχής, της βυζαντινής περιόδου και της Τουρκοκρατίας.
Στον υπ’ αριθμόν 22 νεκρικό διάλογο του Λουκιανού συναντούμε την περίφημη απάντηση του κυνικού φιλόσοφου Μένιππου προς τον πορθμέα Χάροντα: «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Ο Μένιππος δεν διανοείται να χρησιμοποιήσει κάποιον πληθυντικό ευγενείας («λάβοιτε»), για να μη θίξει τον εγωισμό του Χάροντα. Η απόκρισή του αυτή δείχνει ότι οι αρχαίοι μιλούσαν στον ενικό, ακόμα κι όταν βρίσκονται στα πρόθυρα του Άδη. Μ’ ένα λόγο οι αρχαίοι ήταν «αφοσιωμένοι» στον ενικό μέχρι θανάτου».

Ο πληθυντικός ευγενείας είναι, λοιπόν, γλωσσικό φαινόμενο της νεότερης Ελλάδας. Είναι ένα ξενόφερτο προϊόν, που μπήκε στο θησαυροφυλάκιο της γλώσσας μας ίσως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Είναι ένας μετανάστης, που πολιτογραφήθηκε για καλά στην επικοινωνιακή μας συμπεριφορά. Χώρα καταγωγής του είναι αναμφισβήτητα η Γαλλία. Οι Γάλλοι ευγενείς κι αριστοκάτες ήθελαν πάντα ένα ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα, που θα τους ξεχώριζε από τον «απλοϊκό» λαό. Έτσι έπλασαν τον πληθυντικό ευγενείας (pluriel de politesse) και τον επέβαλαν στις άλλες κοινωνικές τάξεις.
Ο πληθυντικός ευγενείας πέρασε στη γλώσσα μας από μερικές εξέχουσες οικογένειες της Αθήνας το δέκατο ένατο αιώνα και στις αρχές του εικοστού. Οι οικογένειες αυτές «το έπαιζαν», όπως λέει ο λαός, αριστοκράτες. Μιλούσαν μισά ελληνικά και μισά γαλλικά και γενικά πιθήκιζαν τους γαλλικούς τρόπους καλής συμπεριφοράς. Ωστόσο πρέπει να υπενθυμίσουμε και να τονίσουμε, ότι στη νεότερη Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ ούτε ευγενείς ούτε αριστοκράτες ευρωπαϊκού τύπου, υπήρξαν μόνον αριστοκρατικές νοσταλγίες και αριστοκρατικά καμώματα.
Μια απ’ αυτές τις αποκαλούμενες αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας είχε την τύχη να γνωρίσει ο λόρδος Βύρων. Μάλιστα ο ρομαντικός Άγγλος ποιητής ερωτεύθηκε τη μικρή κόρη της οικογένειας αυτής, την Τερέζα Μακρή. Στο ποίημα, που της αφιέρωσε το 1810, ο Βύρων εκφράζει την αγάπη του για την Τερέζα σε τέσσερα εξάστιχα. Οι πέντε στίχοι κάθε εξάστιχου είναι στα αγγλικά κι ο έκτος στα ελληνικά:
Παραθέτω την πρώτη εξάστιχη στροφή του ποιήματος:

“Maid of Athens, ere we part,
Give, oh give me back my heart!
Or, since that has left my breast,
Keep it now, and take the rest!
Hear my vow before I go,
Ζωή μου, σας αγαπώ.”

Χαρακτηριστικά ο Βύρων προσφωνεί τη Ζωή (Τερέζα) σε πληθυντικό ευγενείας («σας αγαπώ»). Φαίνεται, ότι ακόμη και οι ερωτικές εξομολογήσεις γίνονταν στον πληθυντικό εκείνη την εποχή. Αλλά και τα παιδιά μιλούσαν συχνά στους γονείς τους στον πληθυντικό – κάτι που επεκράτησε μέχρι τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα και τα άλλα αστικά κέντρα. Όσο για το σεις και το σας των ερωτευμένων, αυτό δεν άντεξε στη φθορά του χρόνου.

Σήμερα ο πληθυντικός ευγενείας δεσπόζει σ’ όλο τον ελληνόφωνο κόσμο. Το απαιτούν οι κανόνες καλής και πολιτισμένης συμπεριφοράς. Ανήκει στους δημόσιους υπαλλήλους, τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους ιερείς και τους ιεράρχες, τους πολιτικούς, τους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων και τ’ άλλα επίσημα και σοβαροφανή πρόσωπα, όπως θα έλεγε ο μακαρίτης Καβάφης. Κι εδώ δεν πρέπει να παραλείψουμε ν’ αναφέρουμε τις νύφες και τους γαμπρούς, που επιμένουν να συνομιλούν με τα πεθερικά τους στον πληθυντικό. Ίσως το γεγονός αυτό να εξηγείται από τη φοβία που προξενεί σε μερικούς η στερεότυπη ιδέα της «κακιάς πεθεράς».
Στα δημοτικά σχολεία, τα γυμνάσια, τα λύκεια και τα πανεπιστήμια οι δάσκαλοι μιλούν στους μαθητές στον ενικό. Αντίθετα οι μαθητές ανάμένεται να προσφωνούν και να χαιρετούν τους δασκάλους τους στον πληθυντικό. Υποτίθεται, ότι οι μαθητές εκδηλώνουν το σεβασμό τους κατά αυτόν το γλωσσικό τρόπο. Δεδομένου ότι ο σεβασμός κερδίζεται, δεν επιβάλλεται, η γλώσσα δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται τόσο αυταρχικά. Μονόδρομος λοιπόν είναι ο σεβασμός κι όχι αμοιβαίος μέσα στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα.
Το ίδιο συμβαίνει και στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Εμείς, ο λαός, διαθέτουμε πληθυντικό για τους ιερωμένους, ενώ αυτοί επιφυλάσσουν συνήθως τον ενικό για μας. Το περίεργο εδώ είναι, ότι στο Χριστό λέμε «σοι, Κύριε», ενώ στον παπά και το δεσπότη λέμε «σεις, πάτερ» και «σεις, σεβασμιότατε» αντίστοιχα. Προφανώς στην εκκλησιαστική ιεραρχία ο Χριστός τοποθετείται πιο κάτω στη γλωσσική μας εκτίμηση από τους επισκόπους και τους ιερείς του. Έτσι παρατηρούμε, ότι τα γλωσσικά κριτήρια στο χώρο της εκκλησίας είναι κάπως συγχυσμένα.
Παρόμοια και κωμικοτραγικά πράγματα βλέπουμε να συμβαίνουν στον πολιτικό στίβο. Μέσα στη βουλή επικρατεί ο πληθυντικός τυποποιημένης ευγένειας, ασχέτως αν οι βουλευτές και οι υπουργοί γνωρίζουν ο ένας τον άλλο για δεκαετίες. Μια συζήτηση στην αίθουσα της βουλής μπορεί ν’ αρχίσει ευγενικά με το σεις και το σας και να τελειώσει με εκφράσεις του τύπου: «Κάθισε κάτω ρε, μη μιλάς»! Άσε που έξω από τη βουλή, στις δεξιώσεις, στις ψησταριές και τα ξενοδοχεία οι ίδιοι οι πολιτικοί πετούν τον πληθυντικό στον αέρα και τα λένε μεταξύ τους σε ελευθεριάζοντα ενικό. Το επιμύθιο της όλης υπόθεσης είναι, ότι μέσα στη βουλή οι τριακόσιοι εκπρόσωποί μας συνδιαλέγονται στον πληθυντικό για τα μάτια του κόσμου, κρατώντας έτσι τα προσχήματα και διαιωνίζοντας την υποκρισία.
Τα παραπάνω παραδείγματα και οι μαρτυρίες που παρέθεσα οδηγούν προς μία κατεύθυνση: την κατάργηση του πληθυντικού ευγενείας από τη γλώσσα μας. Καιρός είναι να τον ρίξουμε για πάντα στον καιάδα της λησμονιάς ή στο βάραθρο της ευθανασίας.

_____________________________________________________________________________________

Πληθυντικός Ευγενείας

Σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτές της Ρώμης υπήρξαν τα αδέρφια Ρώμος και Ρωμύλος, τέκνα της ιέρειας Ρέας Σύλβιας και του θεού Άρη, εγγόνια του βασιλιά Νουμίτωρος. Όταν, λοιπόν, γεννήθηκαν τα δίδυμα αγοράκια, ο Αμούλιος, που σφετερίστηκε την εξουσία του αδερφού του Νουμίτωρος, θέλοντας να ξεφορτωθεί και τους νέους απογόνους του, διέταξε να χώσουν τα νεογέννητα σ'ένα λίκνο και να τα πετάξουν στον Τίβερη. Καθώς ξεχείλισε όμως ο Τίβερης, το λίκνο με τα μωρά σκάλωσε στις όχθες του κι έτσι μπόρεσαν να επιβιώσουν τρεφόμενα από το γάλα μιας πρόθυμης λύκαινας που τα πήρε υπό την προστασία της. Εκεί τα ανακάλυψε αργότερα κάποιος βοσκός που τα πήρε σπίτι του και τα ανέθρεψε μέχρι που ενηλικιώθηκαν. Τότε, εκείνα ανέτρεψαν τον βασιλιά Αμούλιο κι επανέφεραν στο θρόνο τον παππού τους Νουμίτωρα. Θέλησαν, ύστερα, να ιδρύσουν και μια πόλη στις όχθες του Τίβερη προς ανάμνηση της σωτηρίας τους. Η ονομαστή Ρώμη ιδρύθηκε, όμως κατά την κτίση της επήλθε διαμάχη μεταξύ των δύο αδερφών, με αποτέλεσμα ο Ρώμος να σκοτωθεί και να παραμείνει βασιλιάς ο Ρωμύλος...
Ένεκα, όμως, των πολλών συμφορών που ακολούθησαν μετά το θάνατο του Ρώμου, ο Ρωμύλος σκέφτηκε να ζητήσει κάποιο χρησμό από το μαντείο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ο χρησμός δόθηκε κι ανέφερε, πάνω-κάτω, ότι αν δεν καθήσει πλάι του στο βασιλικό θρόνο ο αδερφός του, δεν πρόκειται να σταθεί η πόλη του, ούτε να ησυχάσει ο δήμος...

"ι μή συγκαθεσθή σοι ό αδελφός έν τώ βασιλικώ θρόνω, ου μή σταθή η πόλις σου Ρώμη ούτε ησυχάση ό δήμος...."Είδε κι απόειδε ο Ρωμύλος, αποφάσισε πως η μόνη λύση είναι να κατασκευαστεί η εικόνα του νεκρού Ρώμου την οποία θα τοποθετούσε παραπλεύρως του θρόνου του! Κι αναφέρει η Άννα Τζιροπούλου- Ευσταθίου (στα "Μαθήματα αρχαίας ελληνικής γλώσσης Β'") σχετικά:

Tags: τζιροπούλου άννα, ελληνική γλώσσα, μυθολογια, ιστορία